ΕΝΑΣ ΙΠΠΟΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ

ΕΝΑΣ ΙΠΠΟΤΗΣ ΓΙΑ  ΤΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ

Το 1204 ο ιππότης Ούγκο Δ΄ Κόμης του Αγίου Παύλου (Hugues De Saint-Pol) από την περιοχή του Καλαί της Γαλλίας, παραλαμβάνει τον Καλέ (Κάστρο) του Διδυμοτείχου και ορίζεται “Κύριος του Διδυμοτείχου” (Seigneur De Didymotique), τίτλος που φέρεται μέχρι και σήμερα στον τάφο του και στη γενεαλογία του Οίκου του.

Κείμενο: Ευάγγελος Σ. Σοβαράς (Καστροπολίτης)

Με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας, τον Απρίλιο του 1204, ο πρώτος Λατίνος βασιλιάς Βαλδουίνος Α΄ εγκατέστησε φρουρές στις πόλεις της Θράκης, ώστε να εξασφαλίσει την πέριξ της πρωτεύουσας ευαίσθητη περιοχή.

«Διελθών τοίνυν τάς Θρακίας πόλεις ὁ Βαλδουίνος, φρουράν εγκατέλεξεν και κατά τό Διδυμότειχον». (Νικήτας Χωνιάτης)

Αρχικά εγκαταστάθηκε στο Διδυμότειχο ο Βονιφάτιος Μομφερρατικός (BONIFACIO I DEL MONFERRATO), ο οποίος αντέδρασε στη στέψη του νεότερού του Βαλδουίνου και με αυτό τον τρόπο επιχείρησε να θέσει υπό τον έλεγχό του σημαντικά οχυρά πέριξ της πρωτεύουσας. Η συμπεριφορά του Μαρκησίου του Μομφερράτου προς το ντόπιο πληθυσμό, ήταν αυτή του σκληρού κατακτητή και στυγνού φοροεισπράκτορα, γεγονός που αναστάτωσε και εξέγειρε τους Έλληνες (Ρωμαίους) κατοίκους.

«Αμέλει τοι καί κατειληφώς τό Διδυμότειχον καί παντοίως αυτό κρατυνάμενος, επί δέ τάς Θρακίας πόλεις … φόρους συνέταττε καί Ρωμαίους ξυνήγειρεν».

Ο Βονιφάτιος είχε λάβει ως σύζυγό του τη Μαρία, χήρα του αυτοκράτορα Ισαακίου Β΄ Αγγέλου, το καλοκαίρι του 1204 τέλεσε στο Διδυμότειχο την αναγόρευση σε «Βασιλέα Ρωμαίων» του Μανουήλ, γιου του Ισαακίου και της Μαρίας. Παρόλα αυτά, σε σύντομο διάστημα και μετά από σχετική συμφωνία, δέχθηκε να αποχωρήσει από το Διδυμότειχο και να παραλάβει το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης.

Κατόπιν για μικρό διάστημα (1-2 μήνες), το Διδυμότειχο πέρασε στα χέρια του «Στρατάρχη της Καμπανίας και της Ρωμανίας» Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου (GEOFFROI DE VILLEHARDOUIN), ώσπου στις αρχές του Οκτωβρίου 1204, ο αυτοκράτορας Βαλδουίνος Α΄ έδωσε τιμάριο το Διδυμότειχο ως αναγνώριση των υπηρεσιών του, στον Γάλλο Κόμη Ούγκο.

ΙΠΠΟΤΗΣ ΟΥΓΚΟ Δ΄, ΚΟΜΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ (HUGUES IV DE SAINTPOL).

Ο Ούγκο Καμπνταβέν (HUGUES CAMPDAVAINE), γεννήθηκε περί το 1140-1150 και ήταν γιος του Κόμη Άνσλεμ του Αγίου Παύλου (ANSELM DE SAINTPOL), όπου έγινε και ο ίδιος Κόμης ως Ούγκο Δ΄ του Αγίου Παύλου από το 1165 μέχρι το θάνατό του (1205). Έλαβε μέρος σε δύο Σταυροφορίες (Γ΄ και Δ΄) και διατέλεσε άρχοντας (“Κύριος”) του Διδυμοτείχου της Θράκης (1204–05), όπου και πέθανε. Ήταν παντρεμένος με την κόρη του Κόμη Βαλδουίνου Δ΄ του Αινώ, Γιολάνδα, με την οποία είχε αποκτήσει δύο κόρες.

Η θέση της Κομητείας του Αγίου Παύλου (Saint-Pol) στη βόρεια Γαλλία

Η Κομητεία του Αγίου Παύλου (SAINTPOL) βρισκόταν στην περιοχή της σημερινής  βόρειας Γαλλίας, πλησίον του Καλαί. Με ένα «αυθαίρετο» λογοπαίγνιο μπορούμε να ισχυρισθούμε λοιπόν ότι, ο Κόμης Ούγκο βρέθηκε “από το Καλαί…στον Καλέ” (Κάστρο) του Διδυμοτείχου.

Επρόκειτο για έναν ευγενή και ιππότη με σημαντική πολεμική εμπειρία, καθώς έλαβε μέρος αρχικά στην Γ΄ Σταυροφορία και διακρίθηκε στη Μάχη της Άκρας (1191) στη Γαλιλαία, κερδίζοντας την προσωπική επιδοκιμασία τόσο του βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδου Α΄ του Λεοντόκαρδου όσο και του βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππου Β’.

Έμεινε διάσημος για τη δύναμη του βραχίονα του στο χειρισμό του ξίφους, τη φλογερή του ιδιοσυγκρασία και την πίστη στον βασιλιά του. Το 1194 τιμήθηκε για την προσφορά του από τον Φίλιππο Β’ της Γαλλίας, ο οποίος του χάρισε εκτάσεις στη βόρεια Γαλλία.

Οι χρονικογράφοι τον περιγράφουν ψηλό, περήφανο και πολύ δυνατό, παρά τα χρόνια του. Έφερε την πανοπλία και τα όπλα του με την ευκολία ενός ανθρώπου πολλά χρόνια νεότερού του. Και ενώ κινούνταν με κάποια δυσκολία – ακαμψία στο βάδισμά του, ο “γέρος” ιππότης έδειχνε πως μπορούσε να σταθεί στη μάχη καλύτερα από άλλους που είχαν τη μισή του ηλικία. Τα μαλλιά και τα γένια του ήταν κατάλευκα και τα σκούρα καστανά μάτια του έλαμπαν κάτω από τα θαμνώδη φρύδια του. Εκτός από το σπαθί και το εγχειρίδιο (στιλέτο) του, ήταν ως συνήθως εξοπλισμένος και με ένα πολεμικό τσεκούρι. Φορούσε ένα πλούσιο παλτό από λευκό μετάξι που έφερε το οικόσημό του, δώρο του Ριχάρδου Α΄ Λεοντόκαρδου της Αγγλίας, για το οποίο έτρεφε μεγάλη περηφάνεια.

Νόμισμα του Ούγκο Δ΄ Κόμη του Αγίου Παύλου (κοπής 1201)

Όταν το έτος 1200 συγκροτήθηκε στη Βενετία, το συμβούλιο της Δ΄ Σταυροφορίας, ο ιππότης Ούγκο ήταν περίπου 60 ετών. Ακολούθησε την Σταυροφορία, ως ένας εκ των υψηλών ευγενών (μη Βενετικής προελεύσεως) και ιεραρχικά ήταν στην 4η θέση της εκστρατείας, μετά τον Βονιφάτιο Μομφερατικό, τον Βαλδουίνο (Α΄) και τον Λουδοβίκο του Μπλουά.

Ως εξέχων αριστοκράτης και προσωπικός φίλος του βασιλιά Φιλίππου Β’, ήταν επίσης ένας από τους σημαντικότερους και πλουσιότερους ευγενείς της Γαλλίας, με σημαντική επιρροή στους γύρω του.

Τέλος η σύζυγός του, Γιολάνδα, ήταν θεία του Βαλδουίνου (Α΄), ο οποίος ακολούθως στέφθηκε αυτοκράτορας μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και η συγγένεια και η φιλία των δύο ανδρών θεωρούταν ζωτικής σημασίας για τις ελπίδες να συνδεθεί το νέο βασίλειο, με το πεπρωμένο του Βασιλείου της Γαλλίας.

Ο Ούγκο παρότι ταλαιπωρούταν από την ασθένεια της ουρικής αρθρίτιδας και ήταν αρκετά μεγαλύτερος από τους υπόλοιπους Κόμητες και Βαρόνους που αποτελούσαν την ηγεσία της Σταυροφορίας, διέθετε την τόσο αναγκαία στο Συμβούλιο, κοινή λογική και πολεμική εμπειρία.

Πράγματι, ορισμένοι βρήκαν ότι η συμμετοχή του στη Δ΄ Σταυροφορία ήταν λιγότερο σημαντική, δεδομένης της προχωρημένης για την εποχή του, ηλικίας και της σχετικής νεότητας των συγχρόνων του. Μερικοί είπαν ότι επέλεξε να λάβει το “Σταυρό του Μαρτυρίου”, επειδή εμπνεύστηκε από τις μεγάλες επιδείξεις ευσέβειας που έδειχναν οι άλλοι ευγενείς. Και άλλοι ότι απλά επιθυμούσε με μια τελευταία πληγή, να έχει έναν δοξασμένο θάνατο.

Το οικόσημο της Κομητείας του Αγίου Παύλου (Saint-Pol)

Στο Συμβούλιο των ηγετών της Σταυροφορίας, ήταν η φωνή της προσοχής, της λιτότητας και της μετριοπάθειας, αλλά ο θυμός του ξεσπούσε εύκολα, όταν δεν γίνονταν σεβαστές η ηλικία και η εμπειρία του.

Φαινόταν ξεκάθαρα ότι αντιπαθούσε τη φαινομενική ανωριμότητα των νεότερων ευγενών, μερικοί από τους οποίους ήταν γνωστό ότι τον παρακινούσαν για τον συντηρητικό του τρόπο έκφρασης.

Η οργή του χειροτέρευσε με το πρόσθετο βάρος της θλίψης, όταν έφτασε σε αυτόν η είδηση ότι η σύζυγός του Γιολάνδα, είχε πεθάνει ενώ εκείνος βρισκόταν ακόμα στη Βενετία.

Όπως και αρκετοί ευγενείς που ανέλαβαν τη Σταυροφορία, ο Ούγκο περιορίστηκε στην ταπεινοφροσύνη και ορισμένες φορές έφτασε στην εξαθλίωση, ώστε να πετύχει η εκστρατεία. Κάποιες φορές αναγκάστηκε ακόμη και να δώσει ενέχυρο το αγαπημένο του παλτό (δώρο του Ριχάρδου Α΄ του Λεοντόκαρδου), απλώς για να ταΐσει τους συντρόφους του.

Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους

Πήρε ενεργό ρόλο στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και θεωρήθηκε δίκαιος και αδέκαστος, ώστε έφτασε σε σημείο να αποκεφαλίσει έναν από τους ιππότες του, για να σταματήσει τη λεηλασία της Πόλης. Έλαβε ως ένδειξη αναγνώρισης των υπηρεσιών του, το τιμητικό «Ξίφος του Αστυφύλακα της Αυτοκρατορίας» από τον Βαλδουίνο Α΄.

Τον Οκτώβριο του 1204, του παραχωρήθηκε το Φρούριο και η Πόλη του Διδυμοτείχου, λαμβάνοντας τον τίτλο «ΚΥΡΙΟΣ ΤΟΥ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ» (SEIGNEUR DE DIDYMOTIQUE EN THRACE), όπως αναγράφεται και στη γενεαλογία του οίκου του.

Σε κάθε περίπτωση, ο Ούγκο καθηλώθηκε για λόγους υγείας και μάλλον αισθανόταν περιορισμένος στο Διδυμότειχο, καθώς έμεινε εκτός δράσης και δεν συμμετείχε σε άλλες εκστρατείες. Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε ραγδαία, με την ουρική αρθρίτιδα να τον φτάνει σε έσχατο, σημείο σχεδόν ανικανότητας ανταπόκρισης. Επιπλέον η καρδιά ήταν πλέον αρκετά αδύναμη και οι οδυνηρά πρησμένες αρθρώσεις του μαζί με τις κρίσεις που τον συνόδευαν, έκαναν αφόρητη την καθημερινότητά του.

Το Διδυμότειχο σε γκραβούρα του Auguste-Joseph Desarnod (1829)

Τελικά ο ήδη άρρωστος ιππότης, πέθανε στο Κάστρο του Διδυμοτείχου στις αρχές του 1205. Ως πιθανή ημερομηνία θανάτου αναφέρεται η 21 Ιανουαρίου 1205, ενώ υπάρχουν και καταγραφές για τον μήνα Φεβρουάριο ή και τον Μάρτιο. Πιθανόν η διχογνωμία να οφείλεται στο ότι, μετά το θάνατό του στο Διδυμότειχο, η σωρός του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου τελέστηκε η κηδεία του με τις δέουσες τιμές από το νέο λατινικό αυτοκρατορικό καθεστώς. Ο Βιλλεαρδουίνος αναφέρει ότι ο Κόμης Ούγκο Δ΄ αρχικά ενταφιάστηκε στη Μονή του Αγίου Γεωργίου Μαγγάνων στην Κωνσταντινούπολη.

Στη συνέχεια η σωρός του μεταφέρθηκε στη Γαλλία, στην ιδαίτερη πατρίδα του Ούγκο και ετάφη στο Αββαείο της Θεοτόκου στην πόλη CERCAMP (ABBAYE NOTRE-DAME DE CERCAMP), το οποίο είχε ιδρύσει η οικογένειά του.

Ο θάνατός του Ούγκο απετέλεσε την αφορμή για εξελίξεις που σηματοδότησαν τις πρώτες αντιδράσεις του ελληνικού στοιχείου της Θράκης, κατά των δυναστών της Δύσης. Ημερολογιακά τα γεγονότα συνάδουν, καθώς αν λάβουμε ως ορθή της ημερομηνία θανάτου του στις 21 Ιανουαρίου 1205 και ακολούθως τη μεταφορά της σωρού στην Κωνσταντινούπολη για την τέλεση της νεκρώσιμης ακολουθίας με τη συνοδεία τμήματος της Φρουράς (Λατινικής) του Διδυμοτείχου, έδωσαν την ευκαιρία στους Έλληνες (Ρωμαίους) κάτοικους του Διδυμοτείχου να αιφνιδιάσουν τους «ακέφαλους» και αποδυναμωμένους Φράγκους.

Έτσι τον Φεβρουάριο του 1205 οι κάτοικοι του Διδυμοτείχου, εξεγέρθηκαν και εξουδετερώνουν την Φράγκικη φρουρά. Η εξέγερση κάθε άλλο παρά αναίμακτη ήταν, καθώς όπως αναφέρουν πηγές της εποχής: «Λίγοι από τους Φράγκους ενοίκους των Δίδυμων Τειχέων γλύτωσαν και κατέφυγαν στην Αδριανούπολη που κατεχόταν από τους Ενετούς». Όσοι εξ αυτών κατέφυγαν στην «Ενετική» Αδριανού, μετέδωσαν το μήνυμα πως «έπεσε το πρώτο Κάστρο», με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Διδυμοτείχου και οι Έλληνες της Αδριανούπολης, οι οποίοι επίσης εξεδίωξαν τη Λατινική Φρουρά. Οι αντιδράσεις έγιναν αλυσιδωτές, ώστε η Άνοιξη του 1205, μετατράπηκε σε “Άνοιξη της Θράκης”.

Από την άλλη, ο θάνατος του Ούγκο έκλεισε δύο κύκλους, έναν αυτόν του άρχοντα (Κύριου) του Διδυμοτείχου, αλλά και του οικογενειακού του οίκου και της Κομητείας του Αγίου Παύλου στη Γαλλία.

Καθώς δεν είχε άρρενες κληρονόμους, όταν οι κόρες του παντρεύτηκαν, η Κομητεία δόθηκε προίκα στον σύζυγο της μεγαλύτερης του κόρης. Έτσι δεν υπήρξε συνεχιστής της οικογένειας Candavène και η Κομητεία του Αγίου Παύλου (Saint-Pol) περιλήφθηκε στην Κομητεία του Σατιγιόν (Châtillon).

Ο Κύριος του Διδυμοτείχου της Θράκης» (Seigneur de Didymotique en Thrace), απεβίωσε και μαζί του και ο τίτλος του το 1205.

 

ΠΗΓΕΣ:

Νικήτα Χωτιάτου, Χρονική Διήγησις

Geoffroy de Villehardouin, La Conquête de Constantinople

Αθανάσιος Ι.Γουρίδης, Διδυμότειχο μία άγνωστη πρωτεύουσα (2008)

Hugh de Saint-Pol

ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ, ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ, Ευάγγελος Σ. Σοβαράς (Καστροπολίτης)

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ ΕΦΕΡΕ ΤΗΝ «ΑΝΟΙΞΗ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ», Ευάγγελος Σ. Σοβαράς (Καστροπολίτης)

ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ ΚΑΣΤΡΟΠΟΛΙΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ, Ευάγγελος Σ. Σοβαράς (Καστροπολίτης)

ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ 1205: ΕΞΕΓΕΡΣΗ, ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ, ΣΩΤΗΡΙΑ, Ευάγγελος Σ. Σοβαράς (Καστροπολίτης)

Copyright © 2016 https://kastropolites.com/. All Rights Reserved