ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ, ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ

ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΧΩΔΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ ΑΝΑΔΕΙΚΝΎΕΤΑΙ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ. ΟΙ ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΗΓΕΜΟΝΩΝ, Η ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΗ «ΒΑΣΙΛΕΑ ΡΩΜΑΙΩΝ» ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΙΠΠΟΤΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΣΤΡΟ, ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ.

Κείμενο: Ευάγγελος Σ.Σοβαράς (Καστροπολίτης)

Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας, τον Απρίλιο του 1204 επέφερε μια δυσχερή και ταραχώδη περίοδο σε όλη την πεσσούσα αυτοκρατορία της Ρωμανίας και ιδιαίτερα στην εγγύς στη βασιλεύουσα, θρακική επικράτεια.

Ο Βαλδουίνος Α΄ της Κωνσταντινούπολης

Ο Βαλδουίνος, Κόμης του Αινώ και της Φλάνδρας στέφεται τον Μάιο 1204 ως ο πρώτος Λατίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης. Το ίδιο καλοκαίρι, εγκαθιστά Λατινική Φρουρά στο Κάστρο του Διδυμοτείχου και η πόλη μπαίνει στο μάτι του κυκλώνα και αλλάζει ηγεμόνα τρεις φορές σε περίπου ισάριθμους μήνες. «Διελθών τοίνυν τας Θρακίας πόλεις ὁ Βαλδουίνος, φρουράν εγκατέλεξεν και κατά το Διδυμότειχον…» αναφέρει ο Νικήτας Χωνιάτης.

Ο πρώην εκλεγμένος αρχηγός της Δ’ Σταυροφορίας Βονιφάτιος, Μαρκήσιος του Μοντφερράτου (Μομφερρατικός) αισθανόμενος πως αδικήθηκε, καθόσον ο θρόνος της Πόλης δόθηκε στον κατά δύο δεκαετίες και πλέον νεότερό του Βαλδουίνο, αντέδρασε και επιχείρησε να θέσει υπό τον έλεγχό του σημαντικά οχυρά πέριξ της πρωτεύουσας. Έτσι σε σύντομο χρονικό διάστημα καταλαμβάνει το Διδυμότειχο, ως αντίποινα στον Βαλδουίνο. Η συμπεριφορά του προς τους Έλληνες δεν καταγράφεται με τις καλύτερες εκφράσεις, καθώς: «Αμέλει τοι και κατειληφώς το Διδυμότειχον και παντοίως αυτό κρατυνάμενος, επί δε τας Θρακίας πόλεις … φόρους συνέταττε καὶ Ρωμαίους ξυνήγειρεν».

Ο νέος άρχοντας Βονιφάτιος κατείχε «το ισχυρότερο κάστρο της Ρωμανίας» και είχε λάβει για σύζυγό του τη Μαρία, χήρα του αυτοκράτορα Ισαακίου Β΄ Αγγέλου. Το καλοκαίρι του 1204 στο Κάστρο του Διδυμοτείχου τελεί την αναγόρευση του Μανουήλ Άγγελου, γιου του Ισαακίου και της Μαρίας σε «Βασιλέα Ρωμαίων». Ασχέτως της αξίας της τελετής και της ιστορικής ακολουθίας, καταγράφεται ως μία εκ των στέψεων που είδε το Κάστρο και σηματοδοτεί, την αξία του τόσο συμβολική, όσο και ουσιαστική.

Το Κάστρο του Διδυμοτείχου σε γκραβούρα

Οι εξελίξεις ερχόταν ταχύτατες και μετέβαλλαν άρδην τα γεγονότα της ιστορικής ροής. Έτσι μετά από διαπραγματεύσεις και σχετική συμφωνία, ο Βονιφάτιος πείθεται να δεχθεί το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης και παραδίδει την Καστροπολιτεία του Διδυμοτείχου ως ενέχυρο στο Γοδεφρείδο των Βιλλεαρδουίνων (Βιλλεαρδουίνος), ο οποίος φέρει τον τίτλο του «Στρατάρχη της Καμπανίας και της Ρωμανίας». Επίσης είναι ιστορικός και συγγραφέας του βιβλίο «Χρονικό της Κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης». Ο Γοδεφρείδος κρατά προσωρινά την πόλη μέχρι τις αρχές του Οκτωβρίου 1204.

Τότε το Διδυμότειχο δίνεται ως τιμάριο, από τον Λατίνο αυτοκράτορα Βαλδουίνο Α΄, στον ιππότη Ούγκο Δ΄ Κόμη του Αγίου Παύλου (Hugues IV de Saint-Pol). Η Κομητεία του Αγίου Παύλου (Σεντ Πωλ) βρισκόταν στην περιοχή της σημερινής Βόρειας Γαλλίας, πλησίον του Καλαί. Με ένα «αυθαίρετο» λογοπαίγνιο μπορούμε να ισχυρισθούμε λοιπόν ότι, ο Κόμης Ούγκο βρέθηκε από το Καλαί της Μάγχης … στον Καλέ (κάστρο) του Διδυμοτείχου.

Οικόσημο του Οίκου Αγίου Παύλου (Σεντ Πωλ)

Επρόκειτο για ηγεμόνα ευγενικής καταγωγής και ιππότη με σημαντική πολεμική εμπειρία. Έλαβε μέρος στην Γ΄ και στην Δ΄ Σταυροφορία, ενώ διακρίθηκε στη Μάχη της Άκρας (1191) στη Γαλιλαία, βόρεια της Ιερουσαλήμ. Το 1194 τιμήθηκε για την προσφορά του από τον Βασιλιά Φίλιππο Β’ της Γαλλίας, καθώς και του παραχωρήθηκαν εδάφη στη Βόρεια Γαλλία. Ακολούθως έλαβε μέρος στην Δ΄ Σταυροφορία από το 1200, ως ένας εκ των υψηλών ευγενών μη Βενετικής προελεύσεως. Συμμετείχε στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και έλαβε ως ένδειξη αναγνώρισης των υπηρεσιών του στη Σταυροφορία, το τιμητικό «ξίφος του Αστυφύλακα» από το Βαλδουίνο. Τον Οκτώβριο του 1204, του παραχωρήθηκε το φρούριο και η πόλη του Διδυμοτείχου λαμβάνοντας τον τίτλο «Κύριος του Διδυμοτείχου της Θράκης» (Seigneur de Didymotique en Thrace), όπως αναγράφεται και στη γενεαλογία του οίκου του.

Ημερομηνία θανάτου: 21 Ιανουαρίου 1205 (γενεαλογικό οργανόγραμμα του Οίκου Σεντ Πωλ)

Στις αρχές του 1205 ο Κόμης Ούγκο πεθαίνει σε ηλικία περίπου 55 ετών, μάλλον από ουρική αρθρίτιδα όπως συμφωνούν όλες οι πηγές. Ως ημερομηνία θανάτου αναφέρεται η 21 Ιανουαρίου, ενώ υπάρχουν καταγραφές για Φεβρουάριο ή και Μάρτιο. Πιθανόν η διχογνωμία να οφείλεται στο ότι, μετά το θάνατό του στο Διδυμότειχο, η σωρός του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου τελέστηκε η κηδεία του με τις δέουσες τιμές και στη συνέχεια στη Γαλλία όπου τελικά ετάφη στο Αβαείο (Μονή) της Θεοτόκου του Cercamps, στην ιδιαίτερη πατρίδα του.

Παρόλα αυτά ο Βιλλεαρδουίνος ανέφερε ότι ο Κόμης Ούγκο ετάφη στη Μονή του Αγίου Γεωργίου Μαγγάνων στην Κωνσταντινούπολη. Ενδεχομένως να ισχύουν και τα δύο, να ετάφη δηλαδή προσωρινά στην Μονή Μαγγάνων και κατόπιν να μεταφέρθηκε στη Γαλλία.

Το βασικό ζήτημα που αφορά στο Διδυμότειχο, είναι πως με τις διαμάχες των Φράγκων ηγεμόνων, διαφαίνεται η αξία που αποδίδεται στην περιοχή και στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο των αρχών του 13ου αιώνα. Επίσης σημαντικοί άνδρες στο ρου της ιστορίας, όχι μόνο του τόπου αλλά της ευρωπαϊκής διαδρομής, διεκδίκησαν την Καστροπολιτεία και μάλιστα ο τελευταίος ηγεμόνας έζησε και τελικά απεβίωσε στο Κάστρο του Διδυμοτείχου. Και παρά τους τίτλους που έφερε καταγράφεται ιστορικά ως «Κύριος του Διδυμοτείχου». Ο θάνατός του δε, απετέλεσε την αφορμή για εξελίξεις που σηματοδότησαν τις πρώτες αντιδράσεις του Ελληνικού στοιχείου της Θράκης κατά των δυναστών της Δύσης.

Τον Φεβρουάριο λοιπόν του 1205 οι Έλληνες του Διδυμοτείχου, με επικεφαλείς τους τοπικούς ευγενείς, ξεσηκώνονται κατά των κατακτητών και εξουδετερώνουν τη Φρουρά των Λατίνων. Η εξέγερση κάθε άλλο παρά αναίμακτη είναι, καθώς όπως αναφέρουν πηγές της εποχής, «λίγοι από τους Φράγκους ενοίκους των δίδυμων τειχέων γλύτωσαν και κατέφυγαν στην Αδριανούπολη που κατεχόταν από τους Ενετούς».

Πολιορκία Κάστρου σε χειρόγραφο του Ιωάννη Σκυλίτζη

Ημερολογιακά τα γεγονότα συνάδουν, καθώς αν λάβουμε ως ορθή της ημερομηνία θανάτου του Κόμη Ούγκο στις 21 Ιανουαρίου 1205 και ακολούθως τη μεταφορά της σωρού στην Κωνσταντινούπολη για την τέλεση της κηδείας, πιθανόν συνοδείας μέρους της Λατινικής Φρουράς του Διδυμοτείχου, δίνουν στους «Καστρινούς» Έλληνες την ευκαιρία να αιφνιδιάσουν τους «ακέφαλους» και αποδυναμωμένους  Φράγκους. Όσοι εξ αυτών γλύτωσαν και κατέφυγαν στην «Ενετική» Αδριανού, μετέδωσαν καθώς φαίνεται το πρώτο μήνυμα πως «το Διδυμότειχο πλέον κατέχεται από τους Έλληνες», γιατί ακολουθώντας το παράδειγμα του Διδυμοτείχου εξεγέρθηκαν και οι Έλληνες της Αδριανούπολης και εκδίωξαν τη Λατινική Φρουρά.

 Η μία μετά την άλλη, οι πόλεις της Θράκης εξεγέρθηκαν στη Λατινική κατάκτηση. Η άνοιξη που ακολούθησε ήταν «κατάλληλη» εποχή για εξεγέρσεις, μιας και οι Σταυροφόροι με επικεφαλής τον Ερρίκο της Φλάνδρας, αδελφό του Βαλδουίνου, με σημαντικό αριθμό στρατευμάτων μάχονταν στη Βηθυνία της Μικράς Ασίας κατά των Βυζαντινών του Βασιλείου της Νικαίας.

Η πρώτη σπίθα στη φωτιά των εξεγέρσεων, το πρώτο κέντρο αντίστασης των Ελλήνων, βεβαίως ήταν το Διδυμότειχο από όπου διαχύθηκαν οι φλόγες να κατακαύσουν το σαθρό και αυθαίρετο οικοδόμημα της Φραγκοκρατίας.

 

“Ο Κόμης Ούγκο απεβίωσε στο Διδυμότειχο”

ΠΗΓΕΣ:

Νικήτα Χωτιάτου, Χρονική Διήγησις
Geoffroy de Villehardouin, La Conquête de Constantinople
Αθανάσιος Ι.Γουρίδης, Διδυμότειχο μία άγνωστη πρωτεύουσα (2008)
Διαδίκτυο

Απέθανε στο Διδυμότειχο ο “Κύριος του” όπως αναφέρουν και οι ξένες πηγές

Copyright © 2016 https://kastropolites.com/. All Rights Reserved