Ο “ΑΣΑΝΔΑΛΟΣ” ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ

Ήταν 5 Αυγούστου του έτους 1198, όταν ο Ιωάννης Καματηρός εκλέχθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ως Ιωάννης Ι’.

Η άλωση της Πόλης από τους Φράγκους σταυροφόρους το 1204.

Μετά από σχεδόν 6 χρόνια, τον Απρίλιο του 1204, την παραμονή της άλωσης της Πόλης από τους Σταυροφόρους, διέφυγε με ελλειπή περιβολή και σχεδόν ξυπόλητος έφτασε στο Διδυμότειχο, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος του βίου του.

Μάλιστα ο ιστορικός της εποχής Νικήτας Χωνιάτης αναφέρει πως ο Πατριάρχης Ιωάννης Ι’, διέφυγε των φονοκτόνων Φράγκων “ασάνδαλος και μονοχίτων” (δηλαδή ξυπόλητος χωρίς σανδάλια και με έναν χιτώνα), διότι λόγω της βιαστικής του φυγής, δεν πρόλαβε ούτε να φορέσει σανδάλια, ούτε και τα λοιπά ιμάτια του.

Ο Ιωάννης Ι’ Καματηρός διατήρησε τον τίτλο του Πατριάρχη έως τον θάνατό του, την άνοιξη/θέρος του 1206 και ετάφη στο Διδυμότειχο.

Ήταν μέλος της οικογένειας των Καματηρών, στην οποία ανήκε και η Ευφροσύνη Δούκαινα Καματερίνα, σύζυγος του Αυτοκράτορα Αλέξιου Γ’ Αγγέλου. Ήταν λόγιος επίσκοπος, με γνώσεις κλασικής λογοτεχνίας, ρητορικής και φιλοσοφίας. Κατείχε μια σειρά από εκκλησιαστικά αξιώματα πριν φτάσει στη θέση του Χαρτοφύλακα, την οποία κατείχε κατά τον χρόνο της εκλογής του στον πατριαρχικό θρόνο.

Ο χρονογράφος Ευφραίμιος λέει πως ήταν «ευεπής και ίδρις σοφίας παντοδαπής και λόγων επηβολός τε δογμάτων των ενθέων», δηλαδή εύγλωττος και γνώστης κάθε σοφίας και λόγων και κάτοχος των θεϊκών δογμάτων.

Μεταξύ των ετών 1198 και 1200,  αντάλλαξε επιστολές με τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ’ σχετικά με το ζήτημα του Παπικού πρωτείου και του Filioque. Συγκεκριμένα, αμφισβήτησε ότι η αξίωση της Ρώμης για πρωτείο βασίζεται στον Άγιο Πέτρο και υποστήριξε ότι στην πραγματικότητα αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Ρώμη ήταν η παλιά αυτοκρατορική πρωτεύουσα.

Το 1199 συγκάλεσε Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη για την καταδίκη του μοναχού Μύρωνος Συκιδίτου, ο οποίος υποστήριζε τη φθαρτή φύση του σώματος και του αίματος Του Χριστού στη Θεία Ευχαριστία.

Ο Ιωάννης παρέμεινε στον εκκλησιαστικό θρόνο και μετά την εκθρόνιση του Αλεξίου Γ’ τον Ιούλιο του 1203. Έτσι όντας Πατριάρχης κατά την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους τον Απρίλιο του 1204, αναγκάστηκε να διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη και να εγκατασταθεί στο Διδυμότειχο.

«Το θαύμα της Πεντηκοστής» στο Διδυμότειχο το 1205. Πίνακας του Αλέξανδρου Σιδοριάδη, τοιχογραφία από τον Τεχνοχώρο, υψηλής γαστρονομίας, διασκέδασης και πολιτισμού, «Άβατον» στο Διδυμότειχο.

Δεν παραιτήθηκε από το αξίωμα του και θεωρείται βέβαιο πως ήταν παρόν στο Κάστρο Διδυμοτείχου, τόσο κατά την εξέγερση των Ελλήνων κατοίκων (τον Φεβρουάριο 1205), όσο και κατά την πολιορκία του Διδυμοτείχου από τους Σταυροφόρους τον Μάιο 1205, καθώς επίσης βίωσε το θαύμα της σωτηρίας του Διδυμοτείχου κατά την Πεντηκοστή αυτού του έτους.

Παρότι το 1206 ο Θεόδωρος Α’ Λάσκαρις (που τον διαδέχθηκε ο γαμβρός του Ιωάννης Γ’ Βατάτζης ο εκ Διδυμοτείχου Άγιος και Βασιλέας) τον προσκάλεσε να εγκατασταθεί στο Βασίλειο της Νικαίας, αυτός αρνήθηκε και παρέμεινε στο Διδυμότειχο.

Απεβίωσε τελικά τον Μάιο ή Ιούνιο του 1206 στο Κάστρο Διδυμότειχο, όπου και ετάφη.

Επομένως ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως για δύο έτη (1204-1206), όντας εξόριστος από τους Φράγκους, είχε έδρα του την ιστορική Καστροπολιτεία του Διδυμοτείχου και μέχρι σήμερα παραμένει ενταφιασμένος στο ομώνυμο Κάστρο.

Από το συγγραφικό του έργο σώζονται κατηχητικοί λόγοι, θεολογικές απαντήσεις, δύο επιστολές προς τον πάπα Ιννοκέντιο Γ’ για το ζήτημα του Filioque («ἐξ υἱοῦ») κ.ά.

Copyright © 2016 https://kastropolites.com/. All Rights Reserved