Κείμενο του Ιωάννη Α. Σαρσάκη (Καστροπολίτη)
Το παρόν κείμενο αφιερώνετται :
Α΄. Στους 300 Εβρίτες μαχητές, οι οποίοι το 1941 κατετάγησαν στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, απεστάλησαν στην Κρήτη και υπεράσπισαν γενναία τη μεγαλόνησο από τη ναζιστική εισβολή.
Β΄. Σε όλα τα παλικάρια της Κρήτης που πολέμησαν εθελοντικά για την απελευθέρωση της βορείου Ελλάδος.
Στις απαρχές του 13ου αιώνα και πιο συγκεκριμένα το 1204, οι Φραγκολατίνοι σταυροφόροι, εκμεταλλευόμενοι τη γενική παρακμή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας/Βυζαντίου, κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη η οποία είχε παραμείνει αλώβητη για εννέα αιώνες.

Η άλωση της Πόλης το 1204.
Εν συντομία να αναφέρουμε ότι, γενεσιουργός αιτία της παρακμής ήταν : Η κάκιστη πολιτική που άσκησαν οι μετά τον Βασίλειο Β΄ Βουλγαροκτόνο αυτοκράτορες από το 1025 έως το 1081 (με κορύφωση την ήττα στο Ματζικέρτ το 1071), οι δυσμενείς εμπορικές συμφωνίες που υπέγραψαν με τις Ιταλικές δημοκρατίες οι αυτοκράτορες της δυναστείας των Κομνηνών 1081-1185 (οι οποίοι βεβαίως μέσα σε αντίξοες συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί από τους προηγουμένους, προσπάθησαν και κατάφεραν ως ένα σημείο να ορθοποδήσει το κράτος), και τέλος η καταστροφική διοίκηση σε όλους τους τομείς που εφάρμοσαν τα μέλη της δυναστείας των Αγγέλων 1185-1204, οι οποίοι στην ουσία με τις δυναστικές τους έριδες, άνοιξαν τις πύλες διάπλατα ώστε να καταλάβουν την Βασιλεύουσα οι Φράγκοι.
Άμεση συνέπεια της άλωσης, ήταν ο κατακερματισμός και η διανομή των εδαφών της αυτοκρατορίας (Partitio Romaniae), ανάμεσα στους ηγεμόνες της Δ΄ σταυροφορίας. Με το γεγονός της άλωσης του 1204 η εμμονή και ο διακαής πόθος τεσσάρων αιώνων των Φραγκολατίνων απογόνων του Καρλομάγνου έγινε πραγματικότητα.

Η σημαία της Βενετικής Δημοκρατίας.
Οι Βενετοί ως το ισχυρότερο ναυτικό κράτος της εποχής, και στην ουσία οι κύριοι υποστηρικτές της όλης επιχείρησης, ευνοήθηκαν στη διανομή των εδαφών, κατορθώνοντας να πάρουν στην κατοχή τους τα 3/8 από τα εδάφη της πάλαι ποτέ κραταιάς Ρωμανίας. Έτσι σημαντικά λιμάνια της ηπειρωτικής Ελλάδος, πολλά νησιά και βεβαίως το σημαντικότατο και πλούσιο νησί της Κρήτης, αποτέλεσαν τις σημαντικότερες κατακτήσεις τους.
Μέσα σ΄ αυτή την κατακλυσμιαία τρικυμία, δημιουργήθηκαν από τους Έλληνες – Ρωμηούς, τρεις κιβωτοί αντίστασης και ανασύνταξης για το γένος. Αναφέρομαι στα κράτη της Νίκαιας στη Μικρά Ασία, της Τραπεζούντας στον Πόντο (τα οποία τα επόμενα χρόνια εξελίχθηκαν σε αυτοκρατορίες) και στο Δεσποτάτο της Ηπείρου.
Η αυτοκρατορία της Νίκαιας με ιδρυτή τον Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη και διάδοχό του, τον Διδυμοτειχίτη Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη, αναδείχθηκε (ιδίως στα χρόνια του δευτέρου) ως η ηγέτιδα δύναμη της εποχής. Επί βασιλείας του Ιωάννη Βατάτζη (1222-1254), η Νίκαια κατόρθωσε να περιορίσει τους εχθρούς της, να απελευθερώσει μεγάλα τμήματα από τα χέρια των Φράγκων και να καθιερωθεί στην συνείδηση όλων των Ρωμηών, ως ο συνεχιστής της αυτοκρατορίας των Ρωμαίων/Ρωμανία. Για το λόγο αυτό ο υπόδουλος ελληνισμός του 13ου αιώνα, είχε στηρίξει τις ελπίδες του για ελευθερία στη Νίκαια, αναγνωρίζοντας τον ηγετικό και σωτήριο ρόλο της.

Χάρτης εποχής της φραγκοκρατίας.
Στο παρόν κείμενο θα αναφερθούμε στην στρατιωτική βοήθεια που απέστειλε ο Ιωάννης Βατάτζης στην Κρήτη, κατόπιν εκκλήσεως από τους Κρητικούς επαναστάτες, οι οποίοι εξεγέρθηκαν εναντίον των Βενετών κατακτητών κατά τα έτη 1230 – 1236.
Πριν εξιστορήσουμε το γεγονός αυτό, θα παραθέσουμε μια συνοπτική αναφορά, για το πώς κατέληξε η Κρήτη στα χέρια των Βενετών καθώς και στις επαναστάσεις που πραγματοποιήθηκαν από τους Κρητικούς μέχρι το 1230, έτσι ώστε να γίνουν κατανοητές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαδραματίζονται τα γεγονότα που θα περιγράψουμε. Να τονίσουμε βεβαίως πως υπήρξαν και άλλες επαναστάσεις στην Κρήτη οι οποίες έλαβαν χώρα από τον 13ο έως τον 15ο αιώνα.
Κατά τη διανομή των εδαφών της Ρωμανίας/Βυζαντίου μεταξύ των σταυροφόρων, η Κρήτη κληρώθηκε στον Βονιφάτιο Μομφερρατικό, οι Βενετοί όμως επωφελούμενοι «από τις έριδες ανάμεσα στον Βονιφάτιο και τον Βαλδουίνο, βοηθούν στον συμβιβασμό μεταξύ τους και πείθουν τον Βονιφάτιο να τους παραχωρήσει τα δικαιώματά του στην Κρήτη έναντι 1000 μαρκών αργύρου και της βοήθειάς τους στο ν΄ αποκτήσει μια περιοχή που θα του απόφερε 10.000 υπέρπυρα το χρόνο»[1].
Ο Νίκος Σβορώνος σχετικά με την εφαρμογή των συμφωνηθέντων που αφορούσαν την παραχώρηση της Κρήτης στους Βενετούς, παραθέτει τα εξής : «Η κατανομή στα χαρτιά ήταν σχετικά εύκολη, η κατοχή όμως του νησιού στην πραγματικότητα αποδείχτηκε δύσκολη. Η Βενετία είχε ν΄ αντιμετωπίσει στην Κρήτη την αντίζηλη Δημοκρατία της Γένοβας κι έπειτα την αντίσταση των Κρητικών. Ο κόμης της Μάλτας και τολμηρός κουρσάρος Enrico Pescatore κατέλαβε μεγάλο μέρος της Κρήτης και παρέμεινε εκεί ουσιαστικά κυρίαρχος από το 1207 ως το 1209, όπου μάλιστα πήρε και τον τίτλο του βασιλιά της Κρήτης. Οι εκστρατείες των Βενετών για να τον εκδιώξουν από το νησί διήρκεσαν ως το 1214, όταν ο Pescatore παραιτήθηκε από τα δικαιώματα του στην Κρήτη έναντι 15.000 υπερπύρων. Η κατάκτηση του νησιού από τη Βενετία δεν σταθεροποιείται όμως παρά ύστερα από τη σύναψη συνθήκης ανάμεσα στη Βενετία και τη Γένοβα το 1218. Απόμενε όμως στη Βενετία, για να εδραιώσει την κυριαρχία της στο νησί, ν΄ αντιμετωπίσει με επιτυχία την αντίσταση των Κρητικών. Ενάμιση αιώνας χρειάστηκε στη Βενετία για να δαμάσει την αντίσταση των Κρητικών, να ειρηνεύσει το νησί και να διαρθρώσει σε κάποιο τελικό σχήμα την πολιτική και κοινωνική του οργάνωση»[2].
Για να καταφέρουν να οργανώσουν τη διοίκηση της Κρήτης οι Βενετοί «υιοθέτησαν το σύστημα του στρατιωτικού αποικισμού, βασισμένο σε φεουδαρχικούς κανόνες, ενώ παράλληλα το οργάνωσαν διοικητικά σύμφωνα με το αυστηρά συγκεντρωτικό μητροπολιτικό πρότυπο, με επικεφαλής τον δούκα και τους δύο συμβούλους του. Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, το νησί χωρίσθηκε κατά το πρότυπο της Βενετίας σε έξι εξαρχίες ή «σεξτέρια» (sestieri), που πήραν το όνομα των αντίστοιχων βενετικών, και υποδιαιρέθηκαν σε τούρμες. Στην πράξη όμως η διαίρεση σε σεξτέρια δεν εφαρμόσθηκε παρά μόνο στην περιφέρεια του Χάνδακα και ήδη στις αρχές του 14ου αιώνα είχε αντικατασταθεί από τέσσερα διοικητικά διαμερίσματα (territorii) ή ρεκτορίες : του Χάνδακα των Χανίων του Ρεθύμνου και της Σητείας. Η γη, κρατική, εκκλησιαστική και ιδιωτική, περιήλθε στο Βενετικό Δημόσιο και ακολούθως μεγάλο μέρος της αποδόθηκε, με τη μορφή φέουδων, στη νεοεγκατεστημένη λατινική εκκλησία και τους βενετούς αποίκους, που κατέφθασαν στο νησί σε διαδοχικές φάσεις από το 1211 έως το 1252»[3].
Το γεγονός της εγκατάστασης στρατιωτικών τμημάτων των Βενετών στη μεγαλόνησο και οι διοικητικές τους μεταρρυθμίσεις, δεν πτόησαν σε καμία περίπτωση το επαναστατικό πνεύμα των Κρητικών, αντιθέτως το όξυναν. Τα αίτια που προκάλεσαν τις επαναστάσεις πέραν βεβαίως του εθνικού αισθήματος και της ενδόμυχης ροπής προς την ελευθερία των Ελλήνων, ήταν : «η δήμευσις και η στέρησις των κτημάτων των εγχωρίων αρχόντων και λοιπών υπό των ξένων σφετεριστών. Η κατάργησις και καταδίωξις του ανωτέρου κλήρου και αρπαγή Μητροπόλεως και Επισκοπών μετά των ναών και κτημάτων των υπό του Λατινικού κλήρου και άλλαι κατά του κατωτέρου κλήρου πιέσεις. Βιαιοπραγίαι και αδικίαι των κυβερνητικών οργάνων και η μεροληπτική απονομή της δικαιοσύνης»[4].
Το 1211 «ξεσπάει η επανάσταση των Αγιοστεφανιτών στην ανατολική Κρήτη που διαρκεί περίπου δύο χρόνια»[5]. Από το 1217 έως το 1236 πραγματοποιήθηκαν οι επαναστάσεις των δύο Συβρίτων. Ονομάστηκαν έτσι διότι : «ηγούντο των Κρητών επαναστατών οι δύο αρχοντικοί οίκοι ο των Σκορδιλών και ο των Μελισσηνών[6]. Αι δύο Σύβριτοι λαβούσαι το όνομα από της αρχαίας πόλεως Συβρίτου (παρά τα σημερινά χωριά Θρόνος και Κλησσίδιατου Αμαρίου)»[7]. «Ορμητήριο για τις εξεγέρσεις τους υπήρξε η Απάνω Σύβριτος το γνωστό σε εμάς Αμαρί και η κάτω Σύβριτος, γνωστό ως Αγ. Βασίλειος»[8].
Οι επαναστάσεις των Συβρίτων, χωρίζονται σε τρεις χρονικές περιόδους : Η πρώτη έγινε από το 1217 έως το 1219, αφορμή υπήρξε η κλοπή ζώων του Κωνσταντίνου Σεβαστού Σκορδίλη. Η δεύτερη από το 1219 έως το 1223, με επικρατέστερη αιτία την αφαίρεση γης από την οικογένεια των Μελισσηνων. Και η τρίτη επανάσταση από το 1230 έως το 1236, θεωρείται «σοβαρωτέρα των δύο άλλων και δια την διάρκειαν αυτής και δια τα αποτελέσματα, διότι ενεργώς ανεμείχθη και ενίσχυσεν αυτήν διά στόλου και στρατού ο αυτοκράτωρ της Νίκαιας Ιωάννης ο Βατάτζης»[9].
Υποκινητές και μπροστάρηδες της επανάστασης αυτής υπήρξαν και πάλι οι οίκοι των Σκορδίλων και των Μελισσηνών συνεπικουρούμενοι και από άλλους αρχοντικούς οίκους, όπως των Αρκολέων, των Δρακοντόπουλων και άλλων. Η επανάσταση εξερράγη το 1230 όταν Δούκας της Κρήτης ήταν ο Ιωάννης Στορλάδος. Στις ελληνικές πηγές δεν αναφέρονται τα αίτια αυτής της εξέγερσης, οι βενετικές όμως παρουσιάζουν ως αφορμή τις ληστρικές διαθέσεις και την ¨αιμοδιψίαν¨ των ανωτέρω κρητικών οικογενειών. Η άποψη αυτή βεβαίως δεν ευσταθεί καθώς οι εν λόγω οικογένειες, μετά και τις προηγούμενες επαναστάσεις είχαν καταφέρει να αποκτήσουν μεγάλες περιουσίες, τις οποίες δε θα διακινδύνευαν πραγματοποιώντας ληστείες και φόνους.
Ο Κρητικός λόγιος Στέφανος Ξανθουλίδης αναφορικά με τις αιτίες της τρίτης επαναστάσεως, εικάζει ότι : «δεν αποκλείεται η υπόνοια, το κίνημα να είχε και χαρακτήρα απελευθερωτικόν γενόμενον τη παρακινήσει του Βατάτζη ή των πρακτόρων του, αφού, ως θα ίδωμεν, ο δραστήριος αυτός αυτοκράτωρ της Νικαίας ενεργώς το υπεστήριξε δια της αποστολής στρατού και στόλου»[10].
Οι Βενετοί βρέθηκαν για ακόμη μία φορά σε δύσκολη θέση, ο Δούκας Ιωάννης Στορλάδος κάλεσε ενισχύσεις από τον Δούκα του Αιγαίου[11] Άγγελο Σανούδο, ο οποίος κατέφθασε με στρατιωτική δύναμη και οχυρώθηκε μαζί με τους Βενετούς στο φρούριο της Σούδας. Από την πλευρά τους οι επαναστάτες Κρητικοί «στείλαντες πρέσβεις ζητούσι την βοήθειαν του γενναίου και επιχειρηματικού αυτοκράτορος της Νικαίας Ιωάννου Βατάτζη, επαγγελόμενοι μετά την απέλασιν των Ενετών της ένωσιν της νήσου εις το νέον του ελληνικόν Κράτος. Ο Βατάτζης προθύμως δεχθείς την πρότασιν αποστέλλει τον Μέγαν Δούκα (ναύαρχον) αυτού με 33 πολεμικά πλοία (κατ΄ άλους χρονογράφους 23) και σημαντικήν πεζικήν δύναμην»[12].

Ιστορικός χάρτης της Κρήτης.
Ο σύμμαχος των Βενετών Σανούδος, βλέποντας την στρατιωτική δύναμη που απέστειλε ο Βατάτζης στη μεγαλόνησο, εγκαταλείπει τη Σούδα και αποχωρεί από την Κρήτη, φοβούμενος τον αυτοκρατορικό στρατό. Οι βενετικές πηγές θεωρούν ως αιτία της φυγής του Σανούδου το γεγονός ότι δωροδοκήθηκε από τον Βατάτζη. Το πιο πιθανό είναι να φοβήθηκε μήπως ο Βατάτζης για αντιπερισπασμό, αποστείλει δυνάμεις για να καταλάβουν τις κτίσεις στο Δουκάτο του καθώς τα προηγούμενα χρόνια ο στρατός της Νίκαιας, είχε απελευθερώσει πολλά νησιά του Αιγαίου. Επίσης άξιο αναφοράς είναι, πως ο Βατάτζης μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, είχε κατορθώσει να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα ανθηρή οικονομία για το κράτος του[13], γεγονός που δικαιολογεί τις εικασίες των Βενετών περί δωροδοκίας του Σανούδου.

Υπέρπυρο εποχής Ιωάννη Βατάτζη.
Οι επαναστάτες Κρητικοί και ο αυτοκρατορικός στρατός (οι ανατολικοί) αρχικά είχαν αρκετές επιτυχίες. Και σύμφωνα με τα γραφόμενα του Αντωνίου Μηλιαράκη, τα οποία αποδίδουμε σε ελεύθερη μετάφραση στη δημοτική : «Κατέλαβαν το φρούριο του Ρεθύμνου το οποίο υπερασπιζόταν ο Μάρκος Κουιρίνος, του Μυλοποτάμου υπό του Μαργαριτόνου Φόσκαρη και του Καινούργιου υπό του Κορράδου δε Μιλένα. Δεν μπόρεσαν όμως να καταλάβουν και το κάστρο του Μονοφατσίου, στο οποίο φρούραρχος ήταν Καστάλδος Αβονάλε, ο οποίος έλαβε ενισχύσεις από τον δούκα της Κρήτης Στορλάδο»[14].
Στο επόμενο χρονικό διάστημα, λαμβάνεται η απόφαση να αποπλεύσει ο στόλος της Νίκαιας από την Κρήτη και να επιστρέψει στη βάση του. Οι χερσαίες δυνάμεις όμως παρέμειναν και συνέχισαν τις επιχειρήσεις μαζί με τους επιχώριους επαναστάτες. Ο στόλος κατά τον πλου της επιστροφής, έπεσε σε καταιγίδα κοντά στα Κύθηρα και καταστράφηκε, διασώθηκαν μόνο τρία πλοία, «μεταξύ των απολεσθέντων κατά το ναυάγιον ήσαν και οι Ενετοί Νικόλαος Μουδάτσος και Μάρκος Μαρίνος, μεταβαίνοντες εις Ρωμανίαν (Νίκαιαν) κατά πρόσκλησιν Αρχιεπισκόπου Έλληνος προς διαπραγμάτευσιν συνθήκης»[15]. Ενδεχομένως η διαταγή για την επιστροφή του στόλου, να δόθηκε με αφορμή τις εκκλησιαστικές – διπλωματικές επαφές του Βατάτζη με τον πάπα και τους απεσταλμένους του, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά τα έτη 1232-33-34[16].
Όπως προαναφέραμε στην Κρήτη, παρέμειναν οι χερσαίες δυνάμεις του Βατάτζη και συνέχισαν τον αγώνα μαζί με τους Κρητικούς επαναστάτες. Ο πόλεμος όμως αποδείχθηκε αμφίρροπος, και συνεχίσθηκε τα επόμενα χρόνια επί Δουκών Νικολάου Τονίστου (1231) και Βαρθολομαίου Γραδονίκου (1234). Ο Δούκας Γραδόνικος, κατανοώντας ότι δεν μπορεί να καταστείλει την επανάσταση, ήρθε σε συνεννοήσεις με τους κυριότερους ηγέτες της, τον Νικόλαο Σεβαστό Δαιμονογιάννη και τον Μιχαήλ Μελισσηνό. Παρεχώρησε σ΄ αυτούς μεγάλες εκτάσεις γης με την προϋπόθεση να είναι πιστοί προς την Δημοκρατία της Βενετίας, να καταβάλουν τον οφειλόμενο ετήσιο φόρο και να ενεργήσουν έτσι ώστε να αποχωρήσουν οι στρατιωτικές δυνάμεις του Βατάτζη από τη μεγαλόνησο[17].
Η παραπάνω συνθήκη δεν επηρέασε καταλυτικά την επανάσταση καθώς ο αγώνας συνεχίστηκε υποστηριζόμενος από άλλους Κρητικούς άρχοντες και τα στρατιωτικά τμήματα της Νίκαιας. Λίγο μετά την σύναψη της υπόψη συνθήκης, πεθαίνει ο Δούκας Γραδόνικος και τη διοίκηση αναλαμβάνουν οι δύο σύμβουλοί του ο Ιωάννης Αρδιζώνος και ο Μάρκος Μολίνος. Ο Μολίνος αναλαμβάνει άμεσα δράση εκστρατεύοντας στη Σητεία, όπου πολιορκεί το φρούριο που κατείχαν οι Έλληνες. Τη δύσκολη εκείνη στιγμή καταφθάνει προς ενίσχυση των επαναστατών στόλος της Νίκαιας αποτελούμενος από 12 πλοία. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν ο Ιωάννης Βατάτζης είχε πληροφορηθεί για τη συνθήκη που υπογράφθηκε μεταξύ των Βενετών και των κυριοτέρων αρχοντορωμαίων επαναστατών, το πιο πιθανό είναι ότι ένα τόσο σημαντικό γεγονός για την εξέλιξη των επιχειρήσεων στην Κρήτη θα πρέπει να το γνώριζε. Αυτό που μπορούμε όμως να συμπεράνουμε, είναι πως είτε γνώριζε είτε όχι, από τη στιγμή που απέστειλε νέα ναυτική δύναμη, πίστευε στις δυνατότητες του αγώνα για απελευθέρωση της Κρήτης. Θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη πως παράλληλα με την υποστήριξη του κρητικού αγώνα και καθ΄ όλη τη διάρκειά του, ο Βατάτζης είχε εμπλακεί και σε άλλες στρατιωτικές και διπλωματικές επιχειρήσεις τις οποίες θα αναδείξουμε παρακάτω.
Με τη νέα έλευση του στόλου της Νίκαιας, ο Μολίνος λύνει την πολιορκία και επιστρέφει στο Χάνδακα, ο έτερος διοικητής του νησιού ο Αρδιζώνος τίθεται επικεφαλής του βενετικού στόλου και επιτίθεται κατά του ελληνικού στον κόλπο της Σούδας. Η ναυμαχία ξεκίνησε τις πρώτες πρωινές ώρες, οι επαναστάτες βοηθούν τον στόλο της Νίκαιας, ρίχνοντας από την ξηρά πέτρες και βέλη με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά ο ναύαρχος του βενετικού στόλου και να διατάξει προς το μεσημέρι την αποχώρηση και ανασύνταξη των δυνάμεων του, με σκοπό να ναυμαχήσει κατά του στόλου της Νίκαιας την επόμενη ημέρα. Τελικώς δεν υπήρξε και δεύτερη ναυμαχία διότι ο στόλος την Νίκαιας υπέστη μεγάλες ζημιές και αναγκάσθηκε το ίδιο βράδυ να αποπλεύσει προς την ανατολή[18].
Το 1236 τοποθετείται νέος Δούκας στην Κρήτη ο Άγγελος Γραδόνικος ο υιός του αποθανόντος. Ο Άγγελος συνέχισε την ειρηνική και διαλλακτική πολιτική του πατέρα του, έχοντας προφανώς λάβει και ανάλογες οδηγίες από τη Βενετία. Προέβη σε πολλές παραχωρήσεις προς τους αρχοντορωμαίους που συνέχιζαν την επανάσταση και κατάφερε να κλείσει ειρήνη μαζί τους. «Μόνον οι δύο αδελφοί Δρακοντόπουλλοι δεν ηθέλησαν να λάβωσι μέρος εις την συνθήκην και δια τούτο απεκλείσθησαν, ως θα ίδωμεν αμέσως, και εκηρύχθησαν κοινοί εχθροί αμφοτέρων των μερών»[19].
Από το κείμενο της συνθήκης που συντάχθηκε μεταξύ των δύο πλευρών, και η οποία είναι γνωστή ως η συνθήκη των δύο Συβρίτων, καταφαίνεται το γεγονός ότι οι αδελφοί Δρακοντόπουλλοι Εμμανουήλ και Κωνσταντίνος μαζί με τα εναπομείναντα στρατιωτικά τμήματα της Νίκαιας (ανατολικοί), συνέχισαν την επανάσταση και δε μετείχαν στη συνθηκολόγηση. Σε γενικές γραμμές η συνθήκη προέβλεπε τη γενική αμνήστευση όσων δήλωναν υποταγή στη Βενετική δημοκρατία, την υποχρέωση να «βοηθήσουν εις την σύλληψιν ή τον φόνον των δύο αδελφών Δρακοντοπούλλων και των ακολούθων των, και εις την εκ της νήσου αποχώρησιν του Καλοθέτου (προφανώς το όνομα του Στρατηγού των δυνάμεων της Νίκαιας) και των Ανατολικών (των στρατευμάτων του Βατάτζη)»[20]. Επιπροσθέτως η συνθήκη προέβλεπε τη διασφάλιση των περιουσιών των αρχοντορωμαίων και καθόριζε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των βιλλάνων και των ελευθέρων πολιτών[21].

Ο Ναός του Αγίος Νικόλαου στα Κυριακοσέλλια.
Όπως προαναφέραμε η επανάσταση «δεν κατέπαυσεν αμέσως και μετά την προηγούμενην συνθήκη, διότι εκτός των Δρακοντοπούλλων, οι οποίοι δεν υπετάγησαν, και οι Ανατολικοί του Βατάτζη παρέμενον ακόμη εν τη νήσω κατέχοντες οχυρά μέρη και δη και το φρούριον Αγίου Νικολάου εν Αποκορώνω (παρά το σημερινό Χωρίον Κυριακοσέλλια)»[22]. Αξίζει να τονίσουμε ότι, στο χωριό Κυριακοσέλλια οι δυνάμεις της Νίκαιας εκτός από την στρατιωτική προσφορά τους στον αγώνα, προσέφεραν και στον τομέα της τέχνης. Συγκεκριμένα η κα Αγγελική Κατσιώτη αναφέρει τα εξής : ¨Η δημοσίευση ενός εξίσου σημαντικού τοιχογραφικού συνόλου στην Κρήτη, του Αγίου Νικολάου στα Κυριακοσέλλια Αποκόρωνα, που συνδέθηκε με τη δραστηριότητα του αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Βατατζή σε γειτονικό φρούριο το 1230-1236, θα αποτελέσει ουσιαστικό βήμα για την αποκρυστάλλωση του χαρακτήρα της τέχνης της Νίκαιας. Εκτός από τα Κυριακοσέλλια πιθανόν να υπάρχουν και άλλα μνημεία στην Κρήτη που να συνδέονται με την τέχνη της Νίκαιας, όπως το αρχικό στρώμα της Παναγίας στο Φόδελε Μαλεβιζίου¨[23].

Ο ναός της Παναγία στο Φόδελε – Ηράκλειο (Εισόδια της Θεοτόκου).
Απομονωμένοι πλέον Δρακοντόπουλλοι και Ανατολικοί, αναγκάστηκαν να παραδώσουν το φρούριο υπογράφοντας συνθήκη με το νέο Δούκα της Κρήτης. «Κατά την συμφωνίαν αυτήν οι δύο αρχηγοί των ανατολικών ήτοι ο Γρηγόριος Λουπάρδας και ο πριμικήριος ο Μαυράγγουλος παραδίδουσιν εις τον Δούκα Ιουστινιανόν το φρούριον από της 1 Αυγούστου 1236 υπό τον όρον να εξέλθωσιν αυτοί εκ του φρουρίου μετά των όπλων και πραγμάτων των και επιβιβαζόμενοι πλοίων επιστρέψωσιν εις Ανατολίαν»[24]. Στους όρους της υπόψη συνθήκης, συμπεριλαμβάνονταν όροι οι οποίοι αφορούσαν την ασφαλή έξοδο των στρατιωτικών τμημάτων της Νίκαιας προς το λιμάνι και την ανταλλαγή των αιχμαλώτων. Έτσι μετά από αγώνα έξι ετών τα στρατιωτικά τμήματα του Ιωάννη Βατάτζη επανήλθαν στα εδάφη της αυτοκρατορίας της Νίκαιας.
Κλείνοντας την ιστόρηση των γεγονότων που αφορούν την τρίτη επανάσταση των Συβρίτων και την εμπλοκή του Ιωάννη Βατάτζη, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η εκστρατεία αυτή δεν στέφθηκε από επιτυχία και προκάλεσε βεβαίως στη Νίκαια, πολλές φθορές και απώλειες σε έμψυχο και άψυχο δυναμικό. Δυστυχώς η Κρήτη δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα εδάφη που απελευθέρωσε ο Θρακιώτης βασιλιάς, ο λόγος που δεν το κατάφερε είναι διότι η βοήθεια που απέστειλε προς τους Κρητικούς επαναστάτες, θεωρείται σχετικά μικρή. Παρακάτω θα παραθέσουμε τις αιτίες που τον εμπόδισαν να αποστείλει ισχυρότερες δυνάμεις. Βέβαια αν δεν συνθηκολογούσαν οι περισσότεροι άρχοντες της Κρήτης (όπως προαναφέραμε) και συνεχιζόταν η επανάσταση, ίσως να μπορούσε να την ενισχύσει με νέες δυνάμεις τα επόμενα χρόνια.

Ο Άγιος Ιωάννης Βατάτζης εκ Διδυμοτείχου, διά χειρός Δέσποινας Σαρσάκη.
Ερευνώντας τις αιτίες που ανάγκασαν τον Διδυμοτειχίτη Βασιλιά να μη μπορεί να υποστηρίξει την επανάσταση των Κρητικών με μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο Ιωάννης Βατάτζης, υπήρξε ηγέτης σε ένα κράτος που προέκυψε μετά την άλωση του 1204 και τον κατακερματισμό των εδαφών της Ρωμανίας/Βυζαντίου. Η λεγόμενη αυτοκρατορία της Νίκαιας η οποία αναφέρεται από τους ιστορικούς ως η εξόριστη αυτοκρατορία, την εποχή που διαδραματίζονταν τα γεγονότα που περιγράψαμε, είχε ζωή μόλις τριών δεκαετιών. Μέσα σε αυτές τις ταραγμένες τρεις δεκαετίες, ο Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρης (1208-1222) και πολύ περισσότερο ο διάδοχος και γαμπρός του Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης (1222-1254), κατάφεραν κάτω από αντιξοότατες γεωστρατηγικές συνθήκες να δημιουργήσουν και να ισχυροποιήσουν το κράτος της Νίκαιας, πολεμώντας με Φράγκους, Τούρκους, Βουλγάρους και τους ομοεθνείς Δεσπότες της Ηπείρου. Κοντολογίς, θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως ο Βατάτζης δεν υπήρξε αυτοκράτορας της Ρωμανίας/Βυζαντίου σε εποχές ακμής ή έστω σε εποχές που ευνοούσαν μια άμεση ανασυγκρότηση του κράτους, όπως π.χ. ήταν : ο Ιουστινιανός, ο Ηράκλειος, ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος ακόμη και ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός, οι οποίοι κατάφεραν να αποκρούσουν τους εχθρούς της αυτοκρατορίας και να ισχυροποιήσουν το κράτος έχοντας ως πρωτεύουσα τους την Κωνσταντινούπολη. Τουναντίον, όπως περιγράψαμε παραπάνω ο Βατάτζης κυβέρνησε το κράτος στη δυσκολότερη περίοδο της Ρωμανίας/Βυζαντίου πριν την τελική πτώση του 1453. Εν αντιθέσει με το αντίπαλο δέος, τη Βενετική Δημοκρατία η οποία την συγκεκριμένη εποχή αποτελούσε την κατεξοχήν ηγεμονική ναυτική και στρατιωτική δύναμη της Μεσογείου.
Για του λόγου το αληθές, παρακάτω θα περιγράψουμε συνοπτικά τις στρατιωτικές και διπλωματικές ενέργειες του κράτους της Νικαίας καθώς και τις γεωστρατηγικές μεταβολές, κατά την εποχή της τρίτης επανάστασης των Συβρίτων (1230-1236), για να γίνουν άμεσα κατανοητοί οι λόγοι που ανάγκασαν τον Ιωάννη Βατάτζη να μη μπορεί να υποστηρίξει με περισσότερες δυνάμεις τους Κρητικούς.

Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρης και Ιωάννης Γ΄Δούκας Βατάτζης σε χειρόγραφο της Μόδενα.
Στις αρχές της τέταρτης δεκαετίας του 13ου αιώνα, τελείωσε νικηφόρα για τη Νίκαια ο πόλεμος με τους Τούρκους του Σουλτανάτου του Ικονίου στη Μικρά Ασία, ο οποίος κράτησε από το 1225 έως το 1231, φθείροντας βεβαίως και το στρατό των νικητών. Το 1230 έγινε η μάχη της Κλοκότνιτσας μεταξύ του Δεσποτάτου της Ηπείρου και των Βουλγάρων, νικητές αναδείχθηκαν οι Βούλγαροι, οι οποίοι ισχυροποίησαν τη θέση τους και προσπάθησαν να προσεταιριστούν τον πάπα και τους Φράγκους της Κωνσταντινούπολης, αποτελώντας μια άμεση και ισχυρή απειλή για το κράτος της Νίκαιας. Από το 1232 έως το 1234, έλαβαν χώρα θεολογικές συζητήσεις μεταξύ Ορθοδόξων και παπικών για να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ τους.

Οι άγιοι Βασιλείς της Ρωμανίας, Μέγας Κωνσταντίνος και Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης ο ελεήμων. Ο μεν πρώτος παραδίδει (κληροδοτεί) τη βασιλεύουσα (το κράτος των Ρωμαίων) ως κλήρο στο γένος των Ελλήνων και ο δε δεύτερος (ως εκπρόσωπος του Ελληνισμού) αποδέχεται την κληρονομιά την οποία και διατρανώνει με το γραπτό κείμενο της επιστολής το οποίο φέρει. Η αγιογράφος Δέσποινα Σαρσάκη παίρνοντας αφορμή από την υπόψη επιστολή, θέλησε να ιστορίσει το γεγονός της διαδοχής του κλήρου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας προς στο γένος των Ελλήνων.











