Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΟΥ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ Α΄ (ΒΑΡΒΑΡΟΣΑ)-ΤΡΙΤΗ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ-
Κείμενο του Διδυμοτειχίτη Κώστα Χρυσαφίδη, Αναπληρωτή Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Τον 12ο αιώνα, το Δυτικό Ρωμαϊκό κράτος στην προσπάθειά του να ελέγξει τη περιοχή της Μέσης Ανατολής, ανακάλυψε ως πρόσχημα την προστασία των Αγίων Τόπων από τους μουσουλμάνους. Έτσι ξεκίνησε μια σειρά από εκστρατείες με το όνομα Σταυροφορίες. Τα γεγονότα όμως έδειξαν ότι πίσω από τα θρησκευτικά κίνητρα κρύβονταν η επιθυμία κυρίως της διάλυσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της άλωσης της Κωνσταντινούπολης.
Μια από τις Σταυροφορίες, η Τρίτη, ακολουθεί δυο δρόμους: Από την περιοχή της Γερμανίας, μέσω Δούναβη, με ηγέτη τον Φρειδερίκο τον Α΄ τον επονομαζόμενο Βαρβαρόσα και δια θαλάσσης με τον Ριχάρδο, το Λεοντόκαρδο των Άγγλων και τον Φίλιππο τον Β΄ που ηγείτο των Γαλλικών στρατευμάτων.
Το έτος 1187 τα στρατεύματα του Σαλαντίν, βασιλιά της Αιγύπτου, νικούν το κράτος των Σταυροφόρων στους Αγίους Τόπους και ανακαταλαμβάνουν τα Ιεροσόλυμα. Το γεγονός αποτέλεσε μια πολύ καλή ευκαιρία κυρίως για τον αυτοκράτορα της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Φρειδερίκο τον Α΄ να αναλάβει ένα νέο εγχείρημα διάσωσης των Αγίων Τόπων. Απώτερος στόχος στην προσπάθειά του αυτή δεν ήταν τόσο οι απελευθέρωση των Αγίων Τόπων, όσο η ενίσχυση της θέσης του απέναντι στην εξουσία του Πάπα και ο έλεγχος των αυτόνομων πόλεων της Βόρειας Ιταλίας.
Ο Φρειδερίκος συγκάλεσε συνέλευση στο Mainz, με θέμα την αντιμετώπιση της νέας κατάστασης που προέκυψε από την επιτυχία του Σαλαντίν. Τα πνεύματα ήταν εξημμένα, όλοι ζητούσαν εκδίκηση και φυσικά κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να ξεκινήσει μια νέα Σταυροφορία. Ο Φρειδερίκος εξουσιοδοτείται από πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες να αναλάβει την εκστρατεία και μάλιστα χωρίς χρονοτριβή.
Σύμφωνα με στοιχεία Γερμανού χρονογράφου ο Φρειδερίκος ως εντολοδόχος της «ιερής» αποστολής στέλνει ένα υπεροπτικό και άκρως απειλητικό τελεσίγραφο στο Σαλαντίν, ζητώντας την παράδοση των Αγίων Τόπων, χωρίς να περιμένει ασφαλώς ανταπόκριση, όπως και έγινε. Ταυτόχρονα απεσταλμένοι του μεταφέρουν στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ισαάκιο Άγγελο τον Β΄ και στον Σουλτάνο του Ικονίου Κιλίτζ Αρσλάν τον Β΄ το αίτημά του να επιτραπεί στο στράτευμά του να περάσει από τις χώρες τους ανενόχλητο, ως φιλικό στράτευμα και ταυτόχρονα να φροντίσουν να εξασφαλίσουν για αγορά τα απαιτούμενα τρόφιμα για το στρατό και τα υποζύγια.
Τα Χριστούγεννα του έτους 1187 αρχίζουν να συγκεντρώνονται στρατεύματα με τους αρχηγούς τους (πρίγκιπες, δούκες, βαρόνους, ιππότες) και πλήθος ανοργάνωτου όχλου. Μέσα σε ένα παραλήρημα ενθουσιασμού και θρησκευτικού φανατισμού οργανώνεται το εκστρατευτικό σώμα. Σ΄ αυτό έπρεπε να συμμετέχουν μόνο αξιόμαχοι και καλά οργανωμένοι πολεμιστές που διέθεταν οπλισμό και τα απαιτούμενα για τη συντήρησή τους χρήματα. Κατά τους χρονογράφους της εποχής οργανώθηκε ένα εκστρατευτικό σώμα από τριάντα χιλιάδες άνδρες, αριθμός που κατά τους ιστορικούς δεν θα πρέπει να ξεπερνούσε μάλλον τις δεκαπέντε χιλιάδες. Οι πολεμιστές ακολούθησαν με καράβια τον ρου του Δούναβη από το Passau μέχρι το Βελιγράδι, ενώ οι Άγγλοι και οι Γάλλοι ακολούθησαν τη θαλάσσια οδό.
Η διέλευση από την Αυστρία και την Ουγγαρία ήταν τελείως ανώδυνη και μάλλον φιλική, όπως φιλική ήταν και η υποδοχή που επιφύλαξαν στους επιδρομείς οι Σέρβοι. Την περίοδο εκείνη ο ηγεμόνας των Σέρβων επιχειρούσε να διαμορφώσει ένα σερβο-βουλγαρικό, αντιβυζαντινό μέτωπο. Τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν, όταν οι Σταυροφόροι βρέθηκαν στις δυτικές περιοχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που μαστίζονταν από πολύχρονες πολεμικές επιχειρήσεις με τους Βουλγάρους.
Πέρα από την οικονομική εξαθλίωση ο ίδιος ο πληθυσμός δεν είδε θετικά τη διέλευση των Σταυροφόρων, με αποτέλεσμα να κρύβουν τις σοδιές τους και φυσικά να δυσκολεύουν το όλο εκστρατευτικό εγχείρημα. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε βιαιοπραγίες, από την πλευρά των Σταυροφόρων, διαμορφώνοντας ένα πολύ αρνητικό κλίμα. Έτσι η διαδρομή από το Βελιγράδι, μέσω Σόφιας και Φιλιππούπολης μέχρι την Αδριανούπολη συνοδεύτηκε με απαγχονισμούς, λεηλασίες και κάθε μορφής βαρβαρότητες. Η συμφωνία μεταξύ Φρειδερίκου και Ισαάκιου είχε πλέον καταπατηθεί.
Ο χρονογράφος Νικήτας Χωνιάτης γράφει για την περίοδο εκείνη:
«…Δεν πέρασε καμιά χρονιά χωρίς να φέρει προβλήματα στο κράτος. Έδειχνε ότι ο θεός είχε αποφασίσει οι μέρες μας να μην είναι ειρηνικές. Δεν αρκούσαν μόνο οι πολεμοχαρείς βάρβαροι που κύκλωναν την Αυτοκρατορία. Ξαφνικά έκανε την εμφάνισή του ένα νέο κακό, που ερχόταν από μακριά.
Ο βασιλιάς των Γερμανών Φρειδερίκος ο Α΄ ζητούσε μέσω απεσταλμένων να επιτραπεί η διέλευση του στρατευμάτων του που βάδιζαν για τη σωτηρία των Αγίων Τόπων και ταυτόχρονα να φροντίσουν οι άρχοντες για τη διάθεση επαρκών τροφίμων για τη συντήρηση των στρατιωτών και των υποζυγίων. Ο Ισαάκιος έπρεπε να απαντήσει στο αίτημα με δικούς του απεσταλμένους. Τη συμφωνία του ο Ισαάκιος γνωστοποίησε με τον Ιωάννη Δούκα. Το στράτευμα μπορούσε να διέλθει χωρίς εμπόδια, εφόσον δεν ενοχληθούν οι πόλεις και τα χωριά, τα φρούρια και οι λοιπές κρατικές εγκαταστάσεις…
Η συμφωνία αυτή όμως καταπατήθηκε και από τη μεριά του Ισαάκιου και όπως λέει ο Χωνιάτης:
Ο Ισαάκιος ποτέ δεν είδε με καλό μάτι τον Φρειδερίκο. Πολλοί συνεργάτες του τον ειδοποίησαν ότι στόχος του Γερμανού ηγέτη δεν ήταν οι Άγιοι Τόποι, αλλά η Βασιλεύουσα. Για το λόγο αυτό άλλωστε ενίσχυσε τα φρούρια των πόλεων, κατά μήκος της οδού διέλευσης του γερμανικού στρατεύματος. Ταυτόχρονα ενίσχυσε τις οχυρωματικές εγκαταστάσεις της ίδιας της πρωτεύουσας.
Ο αυτοκράτορας βρισκόταν ανάμεσα σε δυο μυλόπετρες. Από τη μια ήταν ο κίνδυνος και η απειλή των Σταυροφόρων και από τη άλλη οι προσπάθειες που κατέβαλε να έρθει σε συμφωνία με τον Σαλαντίν. Ο Σαλαντίν σε ένδειξη φιλίας είχε ήδη παραδώσει την Εκκλησία του Πανάγιου Τάφου στους Βυζαντινούς, με αντάλλαγμα να χτιστεί Τέμενος στην Κωνσταντινούπολη. Σε περίπτωση σύγκρουσης με τον Σαλαντίν φοβόταν ότι θα ακολουθούσαν βιαιοπραγίες κατά των ο Ορθόδοξων Χριστιανών στα Ιεροσόλυμα.
Για το λόγο αυτό η συμπεριφορά του ήταν αμφίθυμη, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ως ασυνεπής και αφερέγγυος στα μάτια του Φρειδερίκου. Έτσι, όταν το στράτευμα στρατοπέδευσε στην Αδριανούπολη ο Φρειδερίκος διαπίστωσε ότι δεν ήταν διαθέσιμα τα απαιτούμενα για τη διαβίωση των στρατιωτών και των υποζυγίων τρόφιμα.
Η κατάσταση ήταν τραγική, επειδή βρισκόμαστε ήδη στις αρχές του χειμώνα, τέλη του Νοεμβρίου 1189.
Ο Ματωμένος Νοέμβρης του 1189 στο Διδυμότειχο
Οι στρατιώτες του Φρειδερίκου άρχισαν να συμπεριφέρονται πλέον ως εχθρικός στρατός. Εξαπλώθηκαν στην περιοχή γύρω από την Αδριανούπολη και επιδόθηκαν σε λεηλασίες στα χωριά και τις πόλεις, σκοτώνοντας χιλιάδες πολιτών.
Το βαρύτερο τίμημα πλήρωσαν οι κάτοικοι του Διδυμοτείχου, που αρνήθηκαν να διαθέσουν τις προμήθειες που ήταν αποθηκευμένες στο φρούριο της πόλης.

Friedrich I. Barbarossa (Christian Siedentopf,1847)
Όπως αναφέρει χρονογράφος της Κολωνίας:
Όταν αρνήθηκαν οι κάτοικοι του Διδυμοτείχου να παραδώσουν τα τρόφιμα, ο πρίγκιπας της Σβάμπης γεμάτος οργή ξεσήκωσε τους στρατιώτες του και όρμησαν να καταλάβουν το φρούριό της πόλης. Ήταν ώρα εννιά το πρωί όταν ξεκίνησε η έφοδος. Η νίκη ήρθε πολύ σύντομα. Κατά τις απογευματινές ώρες οι Σταυροφόροι έμπαιναν νικητές στο φρούριο και εκτέλεσαν σχεδόν όλους τους κατοίκους… Ήταν τόσο μεγάλη η ποσότητα των τροφίμων που βρήκαν αποθηκευμένα στο φρούριο, ώστε τα εφόδια αυτά να επαρκέσουν για συντήρηση του στρατεύματος δέκα ολόκληρες εβδομάδες. Στη συνέχεια πολλοί ιππότες ξεχύθηκαν στη γύρω περιοχή και εξόντωσαν όλους τους κατοίκους που βρέθηκαν μπροστά τους.
Ο ιστορικός Ansbert λέει ότι από τη σφαγή του Διδυμοτείχου γλύτωσαν μόνο οι γυναίκες και τα παιδιά:
Αφού κατάφεραν να γκρεμίσουν την κεντρική πύλη της πόλης, την κατέλαβαν στις 24 Νοεμβρίου και όσους τραυματίες βρήκαν τους εκτέλεσαν επιτόπου. Ταυτόχρονα εκτέλεσαν και όλους τους υπόλοιπους άνδρες, εκτός από τα γυναικόπαιδα (Σύμφωνα με άλλες πηγές τα γυναικόπαιδα πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα). Συνολικά ο αριθμός των νεκρών ξεπερνούσε τους 1500. Η απώλεια των Σταυροφόρων ήταν μόνο τρεις άνδρες !
Η Τρίτη Σταυροφορία είχε άδοξο τέλος.
Ο Φρειδερίκος πέθανε αιφνιδιαστικά κάπου στη Μ. Ασία με αποτέλεσμα να διαλυθεί το στράτευμά του. Οι θαλασσοπόροι της Γ΄ Σταυροφορίας ταλαιπωρήθηκαν στη θάλασσα.
Οι Άγγλοι όμως, κάτω από την ηγεσία του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, για να μην πάει ο κόπος τους χαμένος, ορέχτηκαν την Κύπρο και την κατέλαβαν, για να την πωλήσουν αργότερα στον Γκυ ντε Λουζινιάν (1192).
Στο τέλος οι Σταυροφόροι υπέγραψαν συμφωνία με το Σαλαντίν, ξεχνώντας ασφαλώς πολύ εύκολα τη θρησκευτική τους αγανάκτηση.

Το Διδυμότειχο σε γκραβούρα (1829)
Η σφαγή των κατοίκων του Διδυμοτείχου από τα στρατεύματα του Βαρβαρόσα αποτελεί αναμφίβολα σημαντικό γεγονός για την ιστορία της πόλης μας. Αυτά τα γεγονότα δεν διδάσκονται συστηματικά στα σχολεία μας. Πιθανό να αποτελούν λεπτομέρειες… άνευ σημασίας στο ιστορικό «γίγνεσθαι» της πατρίδας μας.
Είναι όμως γεγονότα που μπορούν να προσφέρουν υλικό στις αναζητήσεις, στο πλαίσιο του μαθήματος της Τοπικής Ιστορίας. Το μάθημα αυτό, που μάλλον έχει εγκαταλειφθεί από το Ελληνικό Σχολείο, συμβάλλει σημαντικά στην προσπάθεια της αυτογνωσίας των μαθητών και της εισαγωγής τους στα μυστικά της ιστορικής έρευνας.
Θα πρέπει τα παιδιά του Διδυμοτείχου να γνωρίζουν με λεπτομέρεια τα ιστορικά γεγονότα που έχουν σχέση με τον τόπο τους. Πρόκειται για μεγάλο πνευματικό πλούτο με έντονη μορφωτική αξία.
Στο ναϊδριο της Αγίας Αικατερίνης, την ημέρα της γιορτής της 25 Νοεμβρίου, ένα κερί για τα θύματα των Σταυροφόρων θα αποτελούσε ένδειξη σεβασμού και μνήμης.

Εσπερινός στο Βυζαντινό ναϋδριο της Αγίας Αικατερίνης στις 24 Νοε 2017















