Η ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΣΤΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

Kείμενο του Ιωάννη Α. Σαρσάκη (Καστροπολίτη)

Σε όλη την Ελλάδα, υπάρχουν διάσπαρτα σε ορεινές και πεδινές περιοχές ορθόδοξα εξωκλήσια και προσκυνητάρια, το καθένα από αυτά έχει τη δική του ιστορία και ιδιαιτερότητα. Οι παραδόσεις που συνδέουν την ανέγερση αυτών των μνημείων με τις περιοχές όπου βρίσκονται, πολλές φορές χάνονται στα βάθη των αιώνων. Σε αυτά τα μέρη όπου αποδίδονταν τιμή σε θεούς και ήρωες των αρχαίων Ελλήνων, όταν έφθασε το πλήρωμα του χρόνου, η τιμή και η ευσέβεια, αποδόθηκε στους μάρτυρες και τους αγίους της Ορθοδοξίας. Οι παραδόσεις όμως που συγχέονται με τα πανέμορφα αυτά σύμβολα της Ελληνοορθοδοξίας, συνεχίζουν να υφίστανται. Θεματοφύλακες για τη διατήρηση των παραδόσεων (αν και λίγοι), υπάρχουν ακόμη, και χάρη σ΄ αυτούς σώζονται τα  ήθη και τα έθιμα της κάθε περιοχής.

Το σπήλαιο Βούβα στο Κουφόβουνο Διδυμοτείχου.

Από την πόλη του Διδυμοτείχου, και γενικά από την ευρύτερη περιοχή δεν λείπουν τα ιστορικά ξωκλήσια. Ένα από αυτά είναι και το ξωκλήσι ή μάλλον καλύτερα τα ξωκλήσια του Ιερομάρτυρος Βλασίου. Η περιοχή του Αγίου Βλασίου βρίσκεται σε απόσταση 2,5 χιλιομέτρων δυτικά της πόλης του Διδυμοτείχου, ανάμεσα στο παλαιό μοναστήρι της Ζωοδόχου πηγής και στο σπήλαιο Βούβα.

Η λακοειδής περιοχή του Αγίου Βλασίου είναι κατάφυτη και στολισμένη με πολλά δέντρα, υπάρχουν δε και δύο πηγές τις οποίες χωρίζει ένα ρυάκι. Η μία πηγή είχε παλαιότερα τέσσερα ¨γυαλάκια¨, τώρα υπάρχουν μόνο δύο τα οποία χρησιμεύουν για να ποτίζονται τα ζώα. Η άλλη πηγή είναι το περιβόητο αγίασμα του Αγίου Βλασίου, όπου υπάρχει από επάνω προσκυνητάρι του Αγίου, έργο ευλάβειας ενός Διδυμοτειχίτη, του αειμνήστου Σταύρου Τσορτσόρη. Παλαιότερα η πηγή του αγιάσματος ήταν πλεκτή με πέτρες και σκεπασμένη σε σχήμα φούρνου, στο επάνω μέρος είχε θέση για τοποθέτηση εικόνων και κανδήλας. Ανάμεσα στο αγίασμα υπήρχαν δύο φτελιές, σε μία από αυτές υπήρχε ένα καρφί όπου κατά την ημέρα της γιορτής του αγίου, οι βοσκοί των γύρω περιοχών κρεμούσαν μία εικόνα του Αγίου Βλασίου μαζί με τον Άγιο Χαράλαμπο. Με τον καιρό τα δύο δένδρα ξεράθηκαν και αναγκάστηκαν να τα κόψουν, οι άνθρωποι που τα έκοψαν έμειναν έκπληκτοι καθώς στις ρίζες των δένδρων, βρεθήκαν δύο βυζαντινοί σταυροί, άγνωστο το πότε και το ποιος τους τοποθέτησε εκεί.

Το προσκυνητάρι και το πρώτο εκκλησάκι του Αγίου Βλασίου.

Δίπλα στο αγίασμα, η αγάπη προς τον Άγιο ώθησε τον ίδιο άνθρωπο που έφτιαξε το προσκυνητάρι να ανεγείρει ένα μικρό εκκλησάκι διαστάσεων 2 τ.μ. περίπου. Το εκκλησάκι αυτό διευκόλυνε το έργο του Ιερέα αλλά και των προσκυνητών, ώστε να ανάβουν ένα κεράκι κατά την ημέρα της γιορτής του αγίου, στις 11 Φεβρουαρίου. Κατά τη διάρκεια των εργασιών, αριστερά από το μικρό εκκλησάκι, βρέθηκαν ερείπια παλαιοχριστιανικού ναού. ¨Στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 διεξήχθη ανασκαφή, η οποία αποκάλυψε επάλληλα, πιθανώς τρία σε αριθμό εκκλησιαστικά κτίσματα της παλαιοχριστιανικής και βυζαντινής περιόδου, από τα οποία το νεότερο είναι μεγάλος τρίκλιτος ναός με νάρθηκα¨[1]. Η ανακάλυψη αυτή συμβαδίζει με την παράδοση που διασώζει ότι, στην περιοχή αυτή υπήρχε παλαιότερα μοναστήρι, ίσως του Αγίου Ιωάννου του Νέου (τέλος 10ου αρχές 11ου αιώνα)[2].

Η Βασιλοπούλα δίνει το κλειδί του κάστρου στο μεταμφιεσμένο σε μοναχό τουρκόπουλο.

Με την περιοχή του Αγίου Βλασίου συνδέεται η παρακάτω ενδιαφέρουσα παράδοση, η οποία σχετίζεται με την άλωση του Διδυμοτείχου από τους Οθωμανούς. ¨Κατά την πολιορκία του Διδυμοτείχου από τους τούρκους ο βασιλιάς βγήκε από την πόλη για να βρει και να κυνηγήσει τους επιδρομείς (ή για να κυνηγήσει θηράματα) και βρέθηκε σε δροσερό μέρος κοντά στη μονή της Ζωοδόχου Πηγής, όπου σταμάτησε με την ακολουθία του για να ξεκουραστεί. Οι Τούρκοι το έμαθαν και το εκμεταλλεύτηκαν για να καταλάβουν το απόρθητο κάστρο. Έντυσαν ελληνομαθή ή εξωμότη νεαρό Τούρκο ως μοναχό, ο οποίος στάθηκε μπροστά στη δυτική πύλη και ζήτησε από τη βασιλοπούλα, για την οποία σε κάποιες παραλλαγές έχει σωθεί το όνομα Κυριακή, να του ανοίξει τις πύλες για να προσευχηθεί μέσα στο κάστρο. Κατ΄ άλλους, ένας από τους έμπιστους υπηρέτες του βασιλιά εξαγοράστηκε και υπεξαίρεσε το βασιλικό μανδήλιο ή το δακτυλίδι, το οποίο και έδειξε στη βασιλοπούλα. Οι Τούρκοι, κρυμμένοι σε παρακείμενο δάσος, εκμεταλλεύτηκαν την ανταπόκριση της βασιλοπούλας και εισόρμησαν από τις ανοικτές θύρες. Κάποιοι ευγενείς που σώθηκαν από τη σφαγή έσπευσαν έφιπποι στο κατάλυμα του αυτοκράτορα για να του αναγγείλουν την άλωση. Τον βρήκαν να παρακολουθεί την προετοιμασία του γεύματος, εκείνος δεν ήταν δυνατό να δεχθεί τέτοιο νέο και είπε : «Εάν σηκωθεί από τη χύτρα αυτός ο πετεινός και λαλήσει (ή πετάξει κατ΄ άλλους), τότε θα πιστέψω ότι η πόλη κυριεύτηκε». Έτσι και έγινε. Ο βασιλιάς τότε ανέβηκε στο άλογό του και με τη συνοδεία του μετέβη στο παρακείμενο δάσος, όπου βρισκόταν το προσκύνημα του Αγίου Βλασίου. Από τότε ο πρώτος τόπος ονομάστηκε «ταούκ γεμέζ», δηλαδή δεν τρώει όρνιθες¨[3]. Το τέλος για τη βασιλοπούλα ήταν θλιβερό καθώς για να μη πιαστεί στα χέρια των Τούρκων αυτοκτόνησε, πέφτοντας από τον στρογγυλό πύργο της νοτιοανατολικής γωνίας του κάστρου, ο οποίος είναι έως σήμερα γνωστός ως πύργος της βασιλοπούλας.

Ο νοτιοανατολικός στρογγυλός πύργος της Βασιλοπούλας στο κάστρο του Διδυμοτείχου.

Mε την πάροδο των χρόνων ο θρύλος που αφορά την άλωση του Διδυμοτείχου από τους Οθωμανούς συνδυάστηκε και με την εορτή του Αγίου Βλασίου. Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος, κάθε χρόνο στις 10 & 11 Φεβρουαρίου, πήγαιναν πολλοί άνθρωποι πεζοί η με άμαξα για να τιμήσουν τον Άγιο. Υπήρχαν και ομάδες νέων οι οποίοι πηγαίνανε έφιπποι. Χαρακτηριστικά ο Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Βαφείδης πρωτοσύγκελος και ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως Διδυμοτείχου (πρώτο μισό του 20ου αιώνα), αναφέρει για την προσέλευση του κόσμου τα εξής : ¨Συνεκεντρώνοντο εκεί μέχρι της μεσημβρίας, να ανάψουν κεράκια και να προσκυνήσουν την εικόνα. Έπινον αγίασμα. Έτρωγον, κατόπιν, και διεσκέδαζον, θύοντες αφθόνως εις τον Βάκχον!¨[4]. Παρακάτω ο Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Βαφείδης αναφέρει πως το απόγευμα επέστρεφαν έφιπποι κάνοντας έναν αγώνα δρόμου, χωρίς να αποφεύγουν λόγω του σκληρού ανταγωνισμού αλλά και της μέθης τα σοβαρά ατυχήματα. Την ημέρα αυτή οι έφιπποι άνδρες ονομάζονταν Αϊ Βλασίτες. Οι παράδοση αναφέρει πως το έθιμο των αγιοβλασιτών αναπαριστούσε την εκδρομή και τη μετάβαση του άρχοντα στην περιοχή καθώς και την εσπευσμένη αποχώρηση του.

Ο αείμνηστος Σταύρος Τσορτσόρης.

Όπως προαναφέραμε το αρχικό προσκυνητάρι, και μετέπειτα το μικρό εξωκλήσι που βρίσκονται κοντά στο αγίασμα ήταν έργο του αειμνήστου συμπολίτη μας Σταύρου Τσορτσόρη. Ο άνθρωπος αυτός για προσωπικούς λόγους αναπαυόταν ψυχικά όταν βρισκόταν στην περιοχή του Αγίου Βλασίου. Έτσι για να μπορεί να διανυκτερεύει εκεί και να συνεχίζει τις εργασίες του, έχτισε στο ύψωμα ανατολικά του αγιάσματος ένα δωμάτιο 15 τ.μ. περίπου. Αφού πέρασαν κάποια χρόνια το δωμάτιο αυτό κατέληξε να είναι αποθήκη του τοπικού παραρτήματος της Βυζαντινής εφορίας αρχαιοτήτων. Το φθινόπωρο του 2002 μια παρέα από ανθρώπους που επισκέπτονταν τακτικά την περιοχή, πήρε την απόφαση να μετατρέψει το υπόψη δωμάτιο σε ναό, ώστε να τελείται Θεία Λειτουργία κατά την ημέρα της γιορτής του Αγίου.

Το εσωτερικό του ναού του Αγίου Βλασίου.

Μετά το πέρασμα του χειμώνα, και λαμβάνοντας την έγκριση του ιδιοκτήτη (την οποία έδωσε με μεγάλη χαρά) ξεκίνησαν οι εργασίες. Την άνοιξη του 2003, επιστρατεύτηκαν όσοι μπορούσαν να βοηθήσουν (συγγενείς και φίλοι), θέληση για δουλειά υπήρχε, αυτό που δεν υπήρχε ήταν χρήματα για να αγοραστούν τα υλικά. Οι αρχικές εργασίες όμως μπορούσαν να γίνουν και έτσι ξεκίνησαν, με την προτροπή του ιερέα της παρέας ¨πως σε τέτοιες περιπτώσεις ο Άγιος βοηθάει¨. Δεν πέρασαν ούτε δύο μέρες και ήρθε η πρώτη οικονομική ενίσχυση, από έναν συχνό επισκέπτη της περιοχής που σάστισε μόλις είδε τις εργασίες που εξελισσόταν. Αυτό ήταν μόνο η αρχή καθώς μετέπειτα και ενώ περνούσαν οι μέρες, όποιος μάθαινε για το νέο εξωκλήσι του Αγίου Βλασίου συνείσφερε το ποσό που μπορούσε. Μεγάλη βοήθεια έδωσαν οι έμποροι του Διδυμοτείχου, οι οποίοι όταν άκουγαν το λόγο που προοριζόταν τα υλικά δεν ζητούσαν αμοιβή, αλλά προμήθευαν το εμπόρευμα τους δωρεάν. Έτσι με προσφορές υλικών, εργαλείων αλλά και με οικονομική ενίσχυση των ανθρώπων που ευλαβούνταν τον Άγιο Βλάσιο, η παρέα αυτή κατόρθωσε να μετατρέψει το παλιό δωμάτιο σε ένα ωραίο εξωκλήσι, με όλα όσα χρειάζονται για να τελείται η Θεία Λειτουργία. Τοποθετήθηκαν μέσα εικόνες, στασίδια (μέχρι και από τη Θεσσαλονίκη έγινε δωρεά δύο σκαλιστών στασιδιών, από τεχνίτη εκκλησιαστικών ειδών ο οποίος όταν έμαθε από κάποια γνωστή του Διδυμοτειχίτισσα  για το ναό του Αγίου Βλασίου τα έστειλε από τη Θεσσαλονίκη με το τρένο), αναλόγιο, κανδήλια και ότι άλλο χρειάζεται ένας κανονικός ναός.

Το εξωκλήσι του Αγίου Βλασίου.

Η μεγάλη μέρα έφθασε, στις 4 Οκτωβρίου του 2003 πραγματοποιήθηκαν τα θυρανοίξια του Ιερού Εξωκκλησίου του Ιερομάρτυρος Βλασίου. Πλήθος κόσμου παραβρέθηκε και παρακολούθησε με κατάνυξη τα θυρανοίξια και τον πανηγυρικό εσπερινό. Στης 11 Φεβρουαρίου του 2004 ημέρα που γιορτάζει ο Άγιος τελέστηκε Θεία Λειτουργία. Την ηλιόλουστη εκείνη ημέρα πλήθος κόσμου παρακολούθησε την Λειτουργία με πολύ συγκίνηση καθώς υπήρχαν συμπολίτες μας που πρώτη φόρα έβλεπαν τον καινούργιο ναό. Στον εορτασμό παραβρέθηκε και ο Δήμαρχος Διδυμοτείχου, ο οποίος υποσχέθηκε να ενισχύσει οικονομικά τις όποιες επεκτατικές εργασίες του ναού. Με το που μπήκε η άνοιξη και με λυμένο το οικονομικό, αποφασίστηκε από τους κτήτορες να επεκταθεί ο ναός από το δυτικό μέρος ώστε να γίνει πιο ευρύχωρος. Στο νέο σάλπισμα ήταν πάλι όλοι παρόντες και έτσι τον Ιούλιο του 2004 διπλασιάστηκε σε έκταση ο ναός φθάνοντας τα 30 τ.μ. περίπου. Τώρα έμοιαζε με κανονική εκκλησία. Στις 11 Φεβρουαρίου του 2005, παρόλη την κακοκαιρία και τα χιόνια, τελέσθηκε και πάλι Θεία Λειτουργία στο εξωκλήσι του Αγίου. Πλέον το εξωκλήσι έγινε γνωστό στον κόσμο καθώς μερικές φορές τελούνται και αγρυπνίες.

Οι σύγχρονοι Αγιοβλασίτες.

Επίσης ένα έθιμο που διασώθηκε από την παράδοση και τους θρύλους που περιγράψαμε παραπάνω και διατηρείται μέχρι και σήμερα, είναι το έθιμο της κρεοφαγίας. Κάθε χρόνο ανήμερα της εορτής του αγίου Βλάσιου, μετά τη Θεία Λειτουργία, οι σύγχρονοι αγιοβλασίτες, απλώνονται στο χώρο δίπλα στο νέο εξωκλήσι και στον κάτω χώρο όπου υπάρχει το ρέμα και το αγίασμα, ανάβουν φωτιές και ετοιμάζουν τα ψητά τα οποία βεβαίως τρώνε με τη συνοδεία τοπικού κρασιού και τσίπουρου. Μια παράδοση σαφέστατα επηρεασμένη από τη βυζαντινορωμαίικη εποχή και το θρύλο της άλωσης του κάστρου του Διδυμοτείχου.

Έτσι και φέτος στις 10 και 11 Φεβρουαρίου θα τελεστούν εσπερινός και Θεία Λειτουργία αντίστοιχα. Όλοι οι σύγχρονοι Αγιοβλασίτες καλούνται να δώσουν το παρόν όπως κάθε χρόνο, άνθρωποι μικρής και μεγάλης ηλικίας με τα πόδια ή με αυτοκίνητο θα είναι εκεί για να τιμήσουν τον Άγιο Βλάσιο, να τηρήσουν το έθιμο της κρεοφαγίας και να αναβιώσουν τα έθιμα και τις παραδόσεις της περιοχής.

[1]. Αθανάσιος Γουρίδης «Διδυμότειχο, μια άγνωστη πρωτεύουσα» Εκδόσεις Επικοινωνία Α.Ε. σελ 76.

[2]. Βλέπε στο διαδίκτυο κείμενο του Ιωάννη Α. Σαρσάκη : Ο ΟΣΙΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΝΕΟΣ

[3]. Αθανάσιος Γουρίδης «Διδυμότειχο μια άγνωστη πρωτεύουσα» Εκδόσεις Επικοινωνία ΑΕ σελ 76.

[4]. Αρχιμ. Νικολάου Βαφείδου «Συμβολή εις την γενικήν ιστορίαν του Διδυμοτείχου» Θρακικά Τόμος Πρώτος Σελ 30.

Copyright © 2016 https://kastropolites.com/. All Rights Reserved