ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΤΙΡΙΑΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ “Ε” ΣΤΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΠΥΡΚΑΓΙΑ ΤΟΥ 1933

– Απόσπασμα από το κείμενο του Παντελή Αθανασιάδη “Οι τρεις μεγάλες πυρκαγιές, που σημάδεψαν το Διδυμότειχο”.

– Βίντεο, Καστρινοί Διάλογοι, Το Διδυμότειχο διά πυρός και …. Ύδατος.

Όταν το 1920 απελευθερώθηκε το Διδυμότειχο, διάφορα οθωμανικά κρατικά κτίρια, περιήλθαν στην κατοχή του ελληνικού δημοσίου, πλην των βακουφικών. Ένα από αυτά ήταν το κτιριακό συγκρότημα, το οποίο βρισκόταν στο χώρο της σημερινής αγοράς και αποτελούσε το διοικητικό κέντρο της πόλης.

Η πυρκαγιά εκείνη ήταν καταστρεπτική, και συνέβη στις 3 Δεκεμβρίου 1933, ημέρα Κυριακή, στις 11 το πρωί.

Οι πολύ παλαιοί συμπολίτες μας, θυμούνται ακόμα την τρομερή  αυτή πυρκαγιά, που κατέστρεψε το περίφημο κτιριακό συγκρότημα, το οποίο φαίνεται να χτίσθηκε από τους Οθωμανούς στα τέλη του 19ου αιώνα. Πληροφορίες για το κτίσμα αυτό, δεν διαθέτουμε πολλές. Κατά τον Αθανάσιο Γουρίδη, είχε αποτελέσει Ανωτάτη Οθωμανική Σχολή και κτίσθηκε σε θέση παλαιότερου κτίσματος, το οποίο υπήρχε προ του 1885.

Επρόκειτο για ένα τεράστιο κτίριο, με πτέρυγες και κάτοψη σε σχήμα Ε, που ο θρύλος έλεγε, πως ο αρχιτέκτονας ο οποίος ήταν Έλληνας, θέλησε με τον τρόπο αυτό να τονίσει την ελληνικότητά του χρησιμοποιώντας το κεφαλαίο γράμμα Ε ως βασικό μοντέλο. Εκείνη την εποχή άλλοι αρχιτέκτονες σε άλλα μέρη χρησιμοποίησαν κατόψεις σε σχήμα Π, από το αρχικό γράμμα της λέξης Πατρίς.

Το 1933, όπως είναι γνωστό και αφηγούνταν οι παλαιοί συμπολίτες μας, κάηκαν εκτός των άλλων και τα πολύτιμα αρχεία του Δήμου Διδυμοτείχου, που αποτελούσαν και λόγω της παλαιότητάς τους, την καλύτερη πηγή ιστορίας της πόλης μας, με εξαιρετικά έγγραφα. Μεγάλης αξίας ντοκουμέντα, δηλαδή. Κάηκαν και αρχεία άλλων δημοσίων υπηρεσιών που στεγάζονταν εκεί. Οι πρόχειροι υπολογισμοί ανέβαζαν τις ζημιές σε 2-3 εκ. δρχ. ποσό τεράστιο για την εποχή.

Βασικές υπηρεσίες όμως που στεγάζονταν στο μεγάλο και εμβληματικό αυτό κτιριακό συγκρότημα ήταν οι στρατιωτικές υπηρεσίες του συνοριακού τομέως προκαλύψεως και σε μία πτέρυγα συνεχόμενη λειτουργούσε και στρατιωτικό νοσοκομείο.

Η πυρκαγιά εξερράγη στις 11 π.μ. και σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα αποτέφρωσε το οίκημα. Κατά τις περιγραφές σε εφημερίδες της εποχής οι στρατιώτες που βρίσκονταν σε θαλάμους αλλά και οι νοσηλευόμενοι, αλλόφρονες έσπευδαν να απομακρυνθούν, ενώ κάποιοι πήδηξαν και από τα παράθυρα, από ύψος 3 μέτρων. Από την πυρκαγιά τραυματίσθηκε σοβαρά ένας στρατιώτης και ελαφρότερα ο ανθυπασπιστής Σούτσας.

Η φωτιά έκαψε τις αποθήκες του στρατού, τον οπλισμό και τον ιματισμό των στρατιωτών.

Η Χωροφυλακή έστειλε τηλεγραφήματα αμέσως στην προϊσταμένη αρχή, γνωστοποιώντας το δυσάρεστο γεγονός. Το ίδιο έκανε και ο διοικητής του τομέα προκάλυψης. Αμέσως ανεχώρησαν από την Κομοτηνή ο διοικητής της 12ης Μεραρχίας στρατηγός Κωτούλας με το διοικητή του 12ου συνοριακού τομέα συνταγματάρχη Βλαχαϊτόπουλο, και ο γενικός αρχίατρος, για να διενεργήσουν ανακρίσεις σχετικά με τα αίτια της πυρκαγιάς.  Μαζί τους έφερναν στο Διδυμότειχο και διάφορα νοσοκομειακά υλικά για την περίθαλψη των ασθενών. Οι πρώτες πληροφορίες ανέφεραν ότι η φωτιά ξεκίνησε από μια θερμάστρα και μεταδόθηκε στα έπιπλα ενός γραφείου του τομέα προκάλυψης.

Η μέρα εκείνου του Δεκέμβρη ήταν τρομερή. Επί ένα 24ωρο σε όλο το νομό Έβρου μαίνονταν χιονοθύελλες και η θερμοκρασία είχε πέσει στο 8 κάτω από το μηδέν.

Ένα βασικό μειονέκτημα, που συνετέλεσε στην ολοκληρωτική καταστροφή ήταν η έλλειψη οργανωμένης πυροσβεστικής υπηρεσίας. Η φωτιά σβήστηκε χάρη στις υπεράνθρωπες προσπάθειες των κατοίκων της πόλης με επικεφαλής το δήμαρχο Γεώργιο Χατζηπεντίδη, ο οποίος κατά δημοσίευμα της “Προόδου” Αλεξανδρούπολης, ριψοκινδύνευσε επανειλημμένως.

Η αποτέφρωση του στρατιωτικού νοσοκομείου, προκάλεσε την ανάγκη της άμεσης στέγασης και περίθαλψης των νοσηλευομένων στρατιωτών. Ο δήμαρχος της πόλης έδωσε άμεση λύση, παραχωρώντας μετά από συνεννοήσεις με τους αρμοδίους τα σχολικά κτίρια του Α’ και Γ’ Δημοτικού Σχολείου (σ.σ. φαίνεται ότι τα δύο αυτά σχολεία συστεγάζονταν στο “τούβλινο” σχολείο ή αλλιώς “σχολείο Μανάκα” όπως συνέβαινε και στα κατοπινά χρόνια έως περίπου την τελευταία δικτατορία). Αυτή η παραχώρηση βέβαια προκάλεσε πρόβλημα στην εκπαίδευση των περίπου 500 παιδιών, που μη έχοντας τάξεις για μάθημα περιφέρονταν στους δρόμους παίζοντας.

Νέες συσκέψεις των αρμοδίων οδήγησαν σε λύση, με τη στέγαση των άστεγων μαθητών στο Β’ Μικτό Σχολείο, που είχε ανεγερθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση, δηλαδή του Ελευθέριου Βενιζέλου. Στη λύση αυτή συνέβαλαν ο επιθεωρητής Ιωάννης Δανόπουλος της Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος και ο διευθυντής του Β’ Μικτού Δημοτικού Διδυμοτείχου Κωνσταντίνος Ποντίδης.

Τη μέρα που κάηκε το μεγάλο αυτό κτιριακό συγκρότημα, πέθανε και ο ιεροψάλτης Μιχαήλ Παρασχίδης ή Τσολάκης (λόγω μιας μικρής αναπηρίας στο χέρι του). Είχε σπουδάσει Βυζαντινή μουσική στην Κωνσταντινούπολη και το 1899 είχε διατελέσει και δάσκαλος σε σχολείο του Διδυμοτείχου.

Το αποτεφρωμένο κτίριο διατηρήθηκε έως την Κατοχή, οπότε και κατεδαφίστηκε. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα κτίριο, που είχε επισκευασθεί εκεί, στέγασε το Δημαρχείο της πόλης έως το 1986, που κατεδαφίσθηκε και ανεγέρθηκε εκεί η σημερινή κλειστή αγορά της πόλης, σύμφωνα και με τον Αθανάσιο Γουρίδη.

Φωτογραφίες του κτιρίου από το αρχείο του κ. Α. Γουρίδη, Γ. Αγγέλη, Α. Κεσόγλου και αποκόμματα εφημερίδων από το αρχείο του κ. Π. Αθανασιάδη. 

 

Copyright © 2016 https://kastropolites.com/. All Rights Reserved