ΟΤΑΝ ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΕΠΕΦΤΕ ΠΟΛΥ (ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ)

Κείμενο : του Ευστρατίου Τσιρταβή Πηγή : «Περιοδικό Θρακικός Οιωνός» τεύχος ΙΔ΄ Θέρος 2001, Αλεξανδρούπολη «Εικόνες από το παλιό Διδυμότειχο και τον Έβρο»

Πάντα θυμάμαι την ιστορική αυτή πόλη. Σ’ όλες τις ηλικίες. Παιδί, έφηβος κι άνδρας ακόμη, όταν με την κατοχή ξαναγυρίσαμε για να χορτάσουμε ψωμί. Το θυμάμαι έντονα, με νοσταλγία και με τις εντυπώσεις της κάθε εποχής. Κάθε εποχή κι ένα χρώμα, κάθε αλλαγή καιρού κι ένα καινούργιο ντύσιμο της φύσης. Ένας ξεχωριστός εξπρεσιονιστικός πίνακας. Την άνοιξη στρωμένη γη με καταπράσινα χαλιά, σ’ όλες τις αποχρώσεις του, το θέρος με τις ολόχρυσες ψηλές θημωνιές, το φθινόπωρο με τα νιοσκαμμένα χωράφια καφετιά και το χειμώνα κάτασπρα. Αυτό το κατάλευκο σεντόνι που σκέπαζε τα πάντα, όσο το μάτι έπαιρνε ήταν η χαρά μας και η πιο μεγάλη ευκαιρία για παιχνίδι.

Καιρό είχα να ξαναδώ αυτό το τόσο υπέροχο θέαμα και ας επισκέπτομαι τα μέρη αυτά τακτικά και σ’ όλες τις εποχές. Εκείνο το πάλευκο χιόνι που σαβάνωνε τη γη, είχε γίνει πια ένας ανεπανάληπτος πίνακας κι ας ήρθαν και πέρασαν από τότε χειμώνες πολλοί.

Ξεχωρίζω τους χειμώνες που ήμουν παιδί, κάπου στα τριάντα. Τη χαρά και την ευτυχία στο πάλεμα πάνω στο πουπουλένιο εκείνο στρώμα και τη γλυκιά ζεστασιά του τζακιού, καθώς τριζοβολούσαν κι έλαμπαν τα ξερά ξύλα, κι ένοιωθες τη ζεστασιά μέσα στην ψυχή σου. Άλλο πράγμα τότε άλλο σήμερα. Και δεν είναι μόνο η διάθεση και η ηλικία που συμβάλει στην εντύπωση. Είναι η αυτή ίδια η πραγματικότητα.

Όλοι ξέρουν το μεγάλο δρόμο που κατεβαίνει στο Σταθμό του τραίνου. Είναι σκαφτός και πιο χαμηλός απ’ τη γύρω γη. Μοιάζουν σαν όχθες ποταμίσιες. Όσο προχωράει ο δρόμος προς το Σταθμό τόσο χαμηλώνει. Το σχήμα αυτό δεν άλλαξε από τότε. Είναι το ίδιο. Φέρτε τώρα στη φαντασία σας να γεμίζει αυτή βαθιά ρεματιά με χιόνι! Έρχεται μέρα που να περνά σε μπόι τα τρία μέτρα. Που να περάσει το κάρο, η πλίτσκα, η σούστα ή το γραφικό λαντώνι, τα μόνα μέσα κυκλοφορίας της εποχής εκείνης. Τ’ αυτοκίνητο σπανίζει και το λεωφορείο ήταν ανύπαρκτο. Μοναδική σύγχρονη σύνδεση της πόλης με τον άλλο κόσμο ήταν το τραίνο και ο Σταθμός του, κέντρο κοσμικό. Ο κόσμος ήξερε απ’ έξω τις ώρες του και με το σφύριγμα κανόνιζε τις δουλειές του.

Για ν’ ανοίξει αυτός ο δρόμος, για να μην ξεκοπεί ολότελα κι η πόλη από τον άλλο κόσμο, βγαίνανε συνεργία του Στρατού, με εκείνα τα ιδιόρρυθμα κάρα με τις μεγάλες αψηλές ρόδες που τα ‘σερναν πανύψηλα μουλάρια και με τα φτυάρια κάνανε μια μεγάλη αυλακιά μέσα στο παγωμένο χιόνι, τόση όσο να περνά το κάρο. Κι επειδή ο δρόμος είναι κάμποσο μακρούτσικος κι επειδή κίνδυνος ήταν ν’ αντικριστούν τα τρομερά εκείνα τροχοφόρα εκεί στην κούρβα, προς τη στροφή, κάνανε ένα μεγάλο χιόνινο νησάκι για να μπορούν να γυρίσουν. Παραμυθένιο θέαμα, με ζαχαρένιους φανταστικούς πύργους μαστορικά φτιαγμένους!

Κάποτε έδινε ο Θεός και το κρύο κάπως καταλάγιαζε κι έβγαινε και κανένας ήλιος, που σκόρπαγε τα διαμάντια του με απλοχεριά στον κόσμο. Τότε ήταν κι η χαρά μας και η χαρά όλου του κόσμου. Ξεχυνόμασταν στους δρόμους και το παιχνίδι εκείνο ήταν τ’ ωραιότερο της ζωής μας μια και τη σκηνοθεσία την είχε στήσει η φύση και την είχε περίτεχνα σμιλέψει η ανάγκη. Και δεν έφτανε μονάχα αυτό. Ο κάμπος πέρα και στο Σταθμό, λιμνασμένος απ’ τις φθινοπωριάτικες πλημμύρες του Έβρου, πάγωνε σε μια φυσική πίστα του πατινάζ, απέραντη ως πέρα στην Τουρκία.

Σε τέτοιο καιρό η Κυριακή και το Δωδεκαήμερο ήταν το μεγάλο πανηγύρι. Όλη η πόλη έδινε το παρόν εκεί, πάνω στον κρουσταλλιασμένο κάμπο. Μικροί και μεγάλοι γλιστρούσαν πάνω στον πάγο με τέτοια ευκολία, με τέτοια χαρά, με τέτοιο πάθος λες κι είχαν γεννηθεί πρωταθλητές στις παγοδρομίες.

Και μη θαρρείτε πως χρησιμοποιούσαν πέδιλα ειδικά ή τίποτα άλλα από τα γνωστά εργαλεία. Μόνο με τα παπούτσια μας, που φροντίζαμε να τα ενισχύουμε με κάτι πεταλόκαρφα ή καμπαράδες. Μάλιστα η στρατιωτική αρβύλα του καιρού εκείνου, με τα πέταλα και τα καρφιά της ήταν ιδανικό εργαλείο για γλίστρα, μα πως μπορούσαν να βολευτούν τα μικρά μας ποδαράκια μέσα σε εκείνες τις μαούνες. Έτσι εμείς περιοριζόμασταν σε μικρούς περιπάτους και όσο μας επέτρεπαν οι παιδικές μας δυνάμεις. Ζηλεύαμε τους μεγάλους που ώρες ολόκληρες αλώνιζαν πάνω στον αστραφτερό πάγο. Τα κωμικά, τα αστεία, τα πειράγματα και τα παρδαλά δεν έλειπαν κι έδιναν μια ξεχωριστή νότα και μπόλικο κέφι. Ήταν αλήθεια ένα μεγάλο πανηγύρι στο μεσοχείμωνο και στη μονοτονία του καιρού εκείνου.

Τώρα πια όλα αυτά πέρασαν και οι καιροί άλλαξαν, ακόμη και το χιόνι λιγόστεψε. Για όσους όμως γεύτηκαν τις χαρές εκείνες, η νοσταλγία είναι μεγάλη κι ας ήταν λίγα, πολύ λίγα, σχεδόν μετρημένα τα αγαθά και γιατί όχι για πολλούς απλησίαστα.

Copyright © 2016 https://kastropolites.com/. All Rights Reserved