ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ

Κείμενο : του Ευστρατίου Τσιρταβή Πηγή : «Περιοδικό Θρακικός Οιωνός» τεύχος ΙΔ΄ Θέρος 2001, Αλεξανδρούπολη «Εικόνες από το παλιό Διδυμότειχο και τον Έβρο»

Κάτι άλλο που ‘λειψε πια, από ‘κείνο τον παραδοσιακό χαρακτηριστικό κόσμο του Διδυμοτείχου, είναι οι γειτονιές του. Αυστηρά σύνορα κρατούσαν την ανάμεσα τους απόσταση, λες και ήτανε ξεχωριστές κάστες. Κάθε μια της και μια κοινωνικοοικονομική περιοχή, με κάτι το κατά δικό της σε χρώμα, ντύσιμο, ασχολίες ακόμη και σε συνήθειες.

Ομφαλός, το Κάστρο. Ο πυρήνας της γέννησης της πόλης, που στάθηκε σε δυο διαμετρικά αντίθετες αυτοκρατορίες, πρωτεύουσα και βασιλεύουσα. “Καλέ” τον λέγανε τον θεόρατο βράχο, που σήμερα στέκεται στεφανωμένος με πύργους, κάστρα και πολεμίστρες. Αψεγάδιαστα σημάδια κάποιου περασμένου μεγαλείου. Όλη η άλλη πόλη ήταν χτισμένη σα βεντάλια, από την βορειοανατολική πλευρά μέχρι τα νοτιοδυτικά, ως κάτω στη ρίζα του.

Όσοι κατοικούσαν πάνω στην Ακρόπολη, με περηφάνια άκουγαν στο όνομα “Καλελιώτες”. Ήταν αστοί, εσνάφια, τους λέγανε και “τσορμπατζήδες”. Εκεί και η Ιερά Μητρόπολη από τις αρχαιότερες, η 58Η νομίζουμε στον Πατριαρχικό Πίνακα, εκεί και ο καθεδρικός Ναός του Αγίου Αθανασίου και λίγο πιο πάνω το μαρμαρόκτιστο παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου.

Η αγορά και τα κέντρα απλωνόταν σ’ ένα μικρό πλάτωμα στη μέση της κατηφόρας και από εκεί ακτινωτά κατέβαιναν λιθόστρωτοι δρόμοι και δρομάκια σαν ανοιχτή παλάμη. Κοντά στ’ άλλα, οι Καλελιώτες είχαν και το προνόμιο και τη μεγάλη τιμή για το μεγάλο πανηγύρι της πόλης, το “Καλέ – Παναϊρι”, που κρατούσε τρεις ολόκληρες μέρες, την Πεντηκοστή.

Αυτή την μέρα γιορτάζει το Βυζαντινό Μοναστήρι του Χριστού, που τιμούσαν τη θαυματουργή με ασήμι “καπλαντισμένη” εικόνα του Θεανθρώπου.

Πάνω στο Κάστρο, στη Δυτική πλευρά, κατεβαίνει ο μοναδικός λαξευτός στο βράχο δρόμος, που ‘βγαζε στην Παλιόπορτα, βυζαντινό κατάλοιπο, μπροστά στο γεφύρι το παλιό. Άχρηστος, άβολος για τροχοφόρα και μόνο για πεζούς και ζώα σε ώρα ανάγκης.

Ο βορινός δρόμος κατέβαινε στην εκκλησία της Παναγίας, όπου και η ομώνυμη γειτονιά από κει στα Τσαϊρια και λίγο πιο έξω στ’ αλώνια. Την κατοικούσε κόσμος, που μοναδική του δούλεψη ήταν τα χωράφια. Ο μεσαίος δρόμος κατέβαινε στην κάτω αγορά, που ήταν τα χάνια και μπροστά στο μεγάλο τζαμί του πρώτο στην Ανατολική Ευρώπη, η σκεπαστή αγορά για το παζάρι των κουκουλιών.

Ο δρόμος συνέχιζε για την Ανατολική πλευρά, όπου η γειτονιά “Πυροστιά”. Το όνομα το πήρε από το παλιό μισογκρεμισμένο τούρκικο Μαυσωλείο, που μοιάζει με πυροστιά. Κι εδώ ο κόσμος ήταν γεωργικός, μα κατοικούσαν και κάμποσα εσνάφια, που είχαν έρθει απ’ αντίκρυ, μετά την Μικρασιάτικη Καταστροφή. Τότε, σαν περίσσεψαν οι πρόσφυγες, το κράτος έκανε κολλητά εκεί, τον Νέο Συνοικισμό, τον προσφυγομαχαλά, που τον κατοικούσαν όμως στρατιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι. Ήταν γύρω στα 1930.

Τέλος, ένας τρίτος δρόμος, φιδωτός και απότομος, προς τα Δυτικά, που στη μέση το “καλντερίμι” έκανε λούκι για να τρέχουν τα νερά, κατέβαινε σε μια άλλη συνοικία, απλωμένη στη ρίζα του κάστρου και τον Ερυθροπόταμο κι έφτανε ως την Αγία Πέτρα κοντά στο “Φράγκικο Γεφύρι”, όπου και τα σφαγεία της περιοχής. Και πιο ψηλά η Ρωμαϊκή Πλωτίνη.

Εκεί γινότανε το γραφικό παζάρι για τα ζώα, “το χαϊβάν – παζάρ”, με τους κοντραμπατζήδες, τους τζαμπαζήδες και τους πολλούς γύφτους. Χαρακτηριστικό τους, η στρατιωτική κυλόττα, η μπότα και το μαστίγιο στο χέρι. Ο κόσμος της γειτονιάς ήταν λιγάκι παρδαλός. Χριστιανοί, μουσουλμάνοι, γύφτοι… Οι πρώτοι και οι δεύτεροι γεωργοί και λαχανοκηπουροί και οι τελευταίοι χαμάληδες, βαρκάρηδες και ψαράδες. Ακόμη, υπήρχαν και μικροβιομηχανίες για δέρματα, τα “Ταμπάκικα”, όπως λεγόταν και η γειτονιά. Οι λαχονόκηποι, “μπαχτσέδες” τους ονόμαζαν, ήσαν πέρα από το θολό ποτάμι, που το καλοκαίρι πάντα στέρευε και δίπλα τους τα ονομαστά τότε εξοχικά, τα “Σαλάτσια”. Και αντίκρυ τους, ο μεγάλος αλευρόμυλος του Τσικούρα. Συχνά η γειτονιά αυτή δοκιμαζόταν από φοβερές και ξαφνικές πλημμύρες, γι’ αυτό και αρκετοί από τους γύφτους, σαν άλλοι τρωγλοδύτες, ζούσαν σε λαξευτές σπηλιές στα πλάγια του δυτικού κάστρου. Κάτι το πολύ γραφικό και μοναδικό.

Θα πρέπει να προσθέσουμε ακόμη, ότι πίσω από την κάτω αγορά, ανατολικά, ήταν η μεγάλη εβραϊκή συνοικία, που όπως έλεγαν αριθμούσε πάνω από χίλιες ψυχές. Δουλειά τους ως συνήθως το εμπόριο και πολύ λογαριάζονταν ως οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες. Είχαν δικό τους σχολείο και ιδιόκτητη συναγωγή “τη Χάβρα”. Όπως και οι Μουσουλμάνοι το τζαμί.

Για να συμπληρώσουμε το πορτραίτο για τους μαχαλάδες, θα πρέπει να θυμηθούμε και τη μικρή συνοικία των Αρμένηδων. Χτισμένη πάνω στ’ ανατολικά του βράχου, δίπλα στο μεγάλο ρολόι, είχε εκεί και δικό της σχολείο και εκκλησία, την παλιά βυζαντινή του Αϊ Γιώργη, στην κορυφή του Καλέ, όπου στέφθηκε κάποτε αυτοκράτορας ο Κατακουζηνός, Ρολογάδες, χρυσικοί και σομπατζήδες είχαν καλά τον καιρό τους και συναγωνίζονταν σε πλούτο με τους Εβραίους.

Μικροί και περιληπτική εικόνα, για να θυμίσουμε σ’ αυτούς που ακόμη μπορούν να νοσταλγούν τον παλιό καλό καιρό, τον Κιοπέκ – μπέη, τα Σαλάτσια, τον βαρκάρη με την πλάβα και το κοντάρι του και το Καλέ Παναϊρι.

Αφήστε ένα σχόλιο





Copyright © 2016 https://kastropolites.com/. All Rights Reserved