Κείμενο της κ. Χρυσούλας Ψιμούλη

Παλιά αρχοντική κατοικία μοναδικό δείγμα αρμενικής κατοικίας. Έτος κατασκευής 1893. Ανήκει στην οικογένεια Θεοδοσίου Πυλούδη.
Γεια σας, είμαι το σπίτι κι απόψε, είπα να ξεδιπλώσω και να ξεφυλλίσω την ιστορία της ζωής μου. Να τη βγάλω από το χρονοντούλαπο της μνήμης μου και να σας την αφηγηθώ σελίδα σελίδα. Και ξέρετε γιατί; Γιατί από το δικό σας ενδιαφέρον, ξεκίνησε αυτό το πισωγύρισμα της μνήμης μου, αφού όσοι περνούν, απ’ έξω, ακούω να λένε: «Αχ, αυτό το σπίτι. Αν είχε μιλιά, πόσα θα είχε να μάς πει!» Πράγματι. Έχω πολλά να σας πω, γιατί μέσα από την καρδιά και το κορμί μου πέρασε πολλή αγάπη. Ξέρετε, δεν είμαι απλά ένα σπίτι από ξύλο, χώμα και πέτρα. Είμαι οι ανάσες των παιδιών που έτρεχαν, γελώντας, στους διαδρόμους μου. Είμαι ο ήχος της βροχής στα παράθυρά μου, εκείνα τα κρύα βράδια του χειμώνα.
Για πολλά χρόνια με έβλεπαν οι περαστικοί να στέκομαι , εδώ, στον ίδιο δρόμο, Αθηνάς 2, στην ίδια γειτονιά, αγέρωχο, λαμπερό, με τη ζωντάνια της ευτυχίας, μέσα στα ντουβάρια μου ριζωμένη, μέσα στα ίδια τα φυλλοκάρδια μου. Αλλά καθώς τα χρόνια, περνούσαν, με έβλεπαν και να θρυμματίζομαι. Να αλλάζω σιγά-σιγά, τη μορφή μου, να γεμίζω σημάδια. Σημάδια του καιρού, σημάδια από τις ζωές που πέρασαν. Κάθε ρωγμή μου κρύβει και μια ιστορία, γιατί το κάθε τι εδώ, ζει μέσα μου. Ο κάθε ψίθυρος κι ένα αποτύπωμα ζωής μέσα μου. Γιατί δεν είμαι απλά ένα σπίτι μόνο. Είμαι η ψυχή όλων όσων με αγάπησαν. Γιατί πήρα αλλά και έδωσα πολύ αγάπη… Όλα άρχισαν το 1893…. Πω πω…. απίστευτο και όμως αληθινό…. Εκατόν τριάντα δύο χρόνια … Τόσα χρόνια μετράει η ζωή μου…Μετρημένα όλα ένα ένα με τους κτύπους της καρδιάς μου….Τότε, εκείνη τη χρονιά , λίγο πριν τελειώσει ο 19ος αιώνας με έκτισε ο Λουτφίκ Ντισλιάν.
- Παλιά αρχοντική κατοικία μοναδικό δείγμα αρμενικής κατοικίας. Έτος κατασκευής 1893. Ανήκει στην οικογένεια Θεοδοσίου Πυλούδη.
Επί τουρκοκρατίας ακόμα, αφού το Διδυμότειχο απελευθερώθηκε το 1920. Εδώ σ’ αυτόν τον τόπο που εξακολουθώ να υπάρχω, με θεμέλιωσε μια μέρα. Με αγάπη και μεράκι. Με όνειρα ζωής. Εδώ, στην οδό Αθηνάς 2, κάτω από τη σκιά του πέτρινου ωρολογιού, στη γειτονιά των αρμένηδων, την “Αρμενιά” όπως την έλεγαν. Γιατί και ο Λουτφίκ Ντισλιάν, Αρμένης ήτανε. Τη λέγανε “Αρμενιά” γιατί εδώ τριγύρω είχαν τα σπίτια τους οι Αρμένηδες. Καλά σπίτια, πλουσιοφτιαγμένα. Αλλά έμεναν και Έλληνες στη γειτονιά. Καλονοικοκυραίοι όλοι, με σπίτια τα καλύτερα της πόλης, αρχοντόσπιτα, τα πιο πολλά δίπατα, με ξυλόγλυπτα και ζωγραφιές στους τοίχους. Και με έφτιαξε όμορφο σπίτι , ο κυρ Λουτφίκ, με στολίδια πλουμιστά, με ξυλόγλυπτα και ζωγραφιές στους τοίχους και στο υπέρθυρο, με πολλά παράθυρα και περίτεχνα σίδερα απ’ έξω να μάς φυλάνε. Κι έγινε έτσι ο πρώτος αφέντης και νοικοκύρης μου. Με αγάπησε και τον αγάπησα. Αχ, μοιάζει σαν παραμύθι η ζωή μου. Κι έτσι, με παραμυθένια γλώσσα και διάθεση θα σας την αφηγηθώ κι εγώ απόψε. Όμορφα και ρομαντικά, όπως η ζωή μας τότε.
Ο κυρ Λουτφίκ Ντισλιάν που λέτε ήταν πολύ γνωστός και αγαπητός στην κοινωνία του Διδυμοτείχου. Υφασματέμπορος ξακουστός, που έντυνε όλες τις κυρίες του καλού κόσμου. Να φανταστείτε ότι πήγαινε ο ίδιος στο Παρίσι για να προμηθευτεί τα καλύτερα υφάσματα. Ύστερα τα έφερνε με το τρένο, μέχρι τον σταθμό μας κι από εκεί στο μαγαζί του που ήταν εδώ, λίγο πιο κάτω, κοντά στην πλατειούλα του “Βάτραχου”. Και να οι ταυτάδες και τα γυαλιστερά σατέν και να τα μεταξωτά βελούδο και οι αλπακάδες και να οι δαντέλες και οι οργάντζες οι αλαφροφάνταχτες να ντύνουν τις καλοκυράδες της πόλης μας. Χάρμα οφθαλμών, άλλο να σάς τα λέω κι άλλο να τα βλέπετε. Γιατί εγώ τα έβλεπα. Έβλεπα τη νοικοκυρά και την αφέντρα μου, την γλυκιά μου κυρία Ελίς, τη γυναίκα του κυρ Λουτφίκ ντυμένη με τα μακριά μεταξωτά πενιουάρ της και τα κεντημένα πασουμάκια στα πόδια της, σωστή αρχόντισσα. Την έβλεπα να κερνάει τους μουσαφιραίους την μέντα ή το τσέρι, με τα ασημένια ποτηράκια της, το γλυκό του κουταλιού με χρυσά κουταλάκια και τον καφέ στα κινέζικα φλιτζανάκια με τα επίχρυσα σχέδια. Όλα από την Αντριανού φερμένα. Βέβαια…. όταν τέλειωσε το στήσιμο μου, ο κυρ Λουτφίκ έφερε όλα τα προικιά μου απ’ την Αντριανού, έτσι έλεγαν την Αδριανούπολη, τότε.
Τι έπιπλα ωραία, καμωμένα από φημισμένους τεχνίτες, τι ρούχα και χαλιά, τι κρύσταλλα και τι πορσελάνες. Πρώτο πράμα όλα. Σαν παλάτι με είχε κάνει. Το παλάτι της φαμελιάς του. Αχ, ωραία ζούσαμε. Όλοι μαζί. Αρμένηδες και Έλληνες. Τι βεγγέρες ωραίες τα βράδια, τι γλέντια και χοροί υπό τους ήχους της λατέρνας, που ήταν της μόδας τότε. Σε μερικά μάλιστα σπίτια της εύπορης αστικής τάξης, ο νοικοκύρης φρόντιζε να φτιάξει ειδική περίοπτη θέση για τον μουσικό και το οργανάκι του. Ω περνούσαν ωραία ο κυρ Λουτφίκ και η κυρία Ελίς. Με τον καιρό, καθώς μεγαλώνανε, μεγάλωναν και τα παιδιά μας. Ο Αρτίν και ο Ντιράν. Έγιναν πια παλικάρια της παντρειάς που άρχισαν να μπαίνουν και στα επαγγελματικά μυστικά του πατέρα τους. Δυο νέοι, όμορφοι, κομψοί και καλοντυμένοι, δακτυλοδεικτούμενοι στην πόλη μας, που γλεντούσαν τα νιάτα τους. Και τα γλεντούσαν, τα γλεντούσαν αχόρταγα. Πρώτοι στα γλέντια, στις τρέλες, στην κοινωνική κοσμική ζωή. Οι βεγγέρες μας γέμισαν με καινούργιο αίμα. Τι μακριές τουαλέτες οι δεσποινίδες, με τα γάντια να φτάνουν μέχρι επάνω στα γυμνά τους μπράτσα, τι καπελάκια θεσπέσια, τι τραγούδια, τι χοροί, όπως ταγκό, Φοξ τροτ, τι βιολιά και τι μαντολίνα. Γιατί την εποχή εκείνη την καλή, τα παιδιά των πλουσίων αστικών οικογενειών, εκτός από κάτι γαλικούλια, μάθαιναν και μουσική.
Τα αγόρια βιολί και τα κορίτσια μαντολίνο. Έτσι έκαναν και τα δικά μας αγόρια. Αχ, αν ψάξετε βαθιά μέσα στο μεγάλο κασελομπάουλό μου, υπάρχουν ακόμα τα δύο βιολιά τους. Ξεκούρντιστα βέβαια, αλλά εγώ, μη σάς φανεί παράξενο, κάτι νύχτες τ’ ακούω να παίζουν, λες και το μαγικό χέρι της μνήμης, κουρντίζει κρυφά τις χορδές τους και εκείνα αρχίζουν και παίζουν…και παίζουν ένα παλιό βαλσάκι…..λα λα λα… Και τα χρόνια περνούσαν όμορφα για όλους μας. Ώσπου μια μέρα, τον Οκτώβρη του 1940 ήρθε ο πόλεμος. Άλλαξαν όλα, προς το χειρότερο, όχι μόνο στη δική μας φαμίλια, αλλά και σε όλη την πόλη. Η κοσμική ζωή σταμάτησε. Που καρδιά και μυαλό για τέτοια. Άλλες οικογένειες θρηνούσαν δικούς τους σκοτωμένους στο αλβανικό μέτωπο, άλλες προσπαθούσαν να κρατηθούν, επαγγελματικά, στα πόδια τους και όλοι σχεδόν, να επιζήσουμε με τις στερήσεις που έφερε η γερμανική κατοχή. Το κατοχικό νόμισμα και ο πληθωρισμός ήταν η χαριστική βολή στην οικονομική μας κατάρρευση.
Η μόνη χαρά για τη φαμίλια μας, σε κείνα τα δύσκολα χρόνια, ήταν τα κλάματα και οι φωνές του μικρού Λουτφίκ, του νεώτερου. Γιατί, προτού τελειώσει η ευτυχισμένη δεκαετία του 1930, ο Ντιράν, αποφάσισε να αφήσει πια τα γλέντια και τις νεανικές του τρέλες και να φτιάξει οικογένεια. Έτσι παντρεύτηκε την κυρία Μακρίκ. Ωραία γυναίκα. Τη θυμάμαι. Ψηλή, μεγαλόσωμη, επιβλητική. Η καινούργια μου αφέντρα. Την αγάπησα, μ’ αγάπησε και κείνη. Και σε λίγο ήρθε στη ζωή και το παιδί τους. Η χαρά μας. Όλοι μαζί, μικροί μεγάλοι, γονιοί, παππούς, και γιαγιά, μεγαλώσαμε το μοναχοπαίδι μας, τον Λουτφίκ. Παρ’ ότι ήταν τα χρόνια δύσκολα, η αγάπη και τα χάδια μας ήταν περίσσια. Ακόμα κι εγώ, ένα χάδι μεγάλο είχα γίνει για να ακουμπάει το κορμάκι του. Και κάθε φορά που ακουμπούσε πάνω μου, αγαλίαζε η ψυχή μου. Γέμιζε με ελπίδες και αισιοδοξία για τα μελλοντικά μας χρόνια. Κάποια στιγμή, τα χρόνια τα δύσκολα πέρασαν. Όχι ανώδυνα. Άφησαν της συμφοράς τα σημάδια γραμμένα στα κιτάπια της ζωής μας.
Τα κλείσαμε εκείνα τα κιτάπια γερά, είπαμε να τα ξεχάσουμε. Ορθοποδήσαμε πάλι. Μέσα από τα ερείπια δύο πολέμων όλοι ξαναφτιάχναμε τη ζωή μας. Μια αλλιώτικη ζωή τώρα. Σε μια πόλη που άλλαζε συνέχεια την εικόνα της, σε μια αλλιώτικη κοινωνία που κι αυτή κάθε μέρα όλο και πιο πολύ άλλαζε τη μορφή της. Καινούργια ήθη και έθιμα. Αλλιώτικα γλέντια, εύκολα για πολλούς. Η φαντασμαγορική ζωή της άρχουσας αστικής τάξης, με την ευμάρεια των αγαθών, έχανε πια , με γρήγορους ρυθμούς, την παλιά της δόξα. Οι κοινωνικές διαφορές, έκλειναν την ψαλίδα τους. Αλλάξαμε όλοι. Στη γειτονιά της “Αρμενιάς” έφυγαν κάποιοι, ήρθαν άλλοι, καινούργιοι γείτονες, έκτισαν καινούργια σπίτια. Φιλιώσαμε και με αυτούς, αγαπηθήκαμε, αρμένηδες και Έλληνες, όπως πάντα. Κι εγώ, εδώ, βράχος ακλόνητος , να προσπαθώ να χωνέψω όλες εκείνες τις αλλαγές. Ο παππούς Λουτφίκ και η γιαγιά Ελίς, γέροι πια, καλοκάθισαν στους γεροντικούς τους θρόνους, ευτυχισμένοι και γαλήνειοι. Θυμάμαι τον παππού, στην πίσω κουζίνα , να ανασκαλίζει τη φωτιά στο τζάκι και στην ξυλόσομπα και να μαζεύει τα κάρβουνα. Πόσο τού άρεσε …. Ύστερα, καθώς ο καιρός περνούσε, λες και να μάς βάσκανε το κακό το μάτι, η σιωπή της μοναξιάς άρχισε να χτυπάει την πόρτα μου. Δεν ήρθε μαζεμένη σιωπή και η μοναξιά, όχι. Ερχόταν λίγη λίγη, κομμάτι κομμάτι.
Ο Λουτφίκ, αφού τελείωσε το γυμνάσιο, έφυγε για να σπουδάσει γιατρός. Μού κακοφάνηκε, αλλά για το καλό του είναι, είπα κι έπνιξα την πίκρα μου. Ύστερα ένας ένας έφευγε από τη ζωή και η σιωπή της μοναξιάς μου περίσσευε. Έφυγαν από τη ζωή ο παππούς Λουτφίκ και η γιαγιά Ελίς, ο κυρ Ντιράν, η κυρία Μακρίκ. Σε κάθε φευγιό, εγώ ζούσα κι νέο ένα κομμάτι της ορφάνιας μου. Έτσι ένιωθα…και ο Λουτφίκ αφού τελείωσε τις σπουδές του έγινε γιατρός ουρολόγος και διάλεξε να μείνει στην Αλεξανδρούπολη. Μού κακοφάνηκε, αλλά πάλι είπα μέσα μου, για το καλό του είναι. Έτσι κάνουν τα παιδιά. Μεγαλώνουν, ανοίγουν τα φτερά τους και φτιάχνουν τη δική τους ζωή, σε καινούργιες πατρίδες πολλές φορές. Η μοναξιά μου όμως μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο βασανιστική. Κι έτσι , μέσα σε κείνη τη μοναξιά βρήκε ευκαιρία, ο χρόνος, αυτό το άγριο και αδάμαστο θεριό να με ριμάξει. Το ένιωθα, ρίμαζα. Ασχήμιζα , γινόμουν ένα θλιβερό στοιχειό, έτοιμο να καταρρεύσει. Τώρα θα σωριαστώ, σκεφτόμουνα κι έβαζα όλη μου τη δύναμη, όση μού είχε αφήσει η μοναξιά, να κρατηθώ όρθιο.
Ώσπου μια μέρα ο Λουτφίκ μού είπε πως κάτι καλοί άνθρωποι ήθελαν να με κάνουν δικό τους. Ήταν η οικογένεια του Θεοδόση και Αναστασίας Πυλούδη. Κι έτσι έγινε. Πόσο ξένοι μού φάνηκαν στην αρχή. Ύστερα όμως τους αγάπησα, όπως με αγάπησαν και αυτοί πολύ. Με φρόντισαν, και τι δεν έκαναν οι άνθρωποι για να με γιατρέψουν από το κακό της μοναξιάς μου, να κλείσουν τις παλιές πληγές μου. Κι έγιναν οι καινούργιοι αφεντάδες μου, οι νοικοκυραίοι μου. Με ξαναέκαναν όμορφο, αφού ο κυρ Θεοδόσης, εκτός από νεοκόρος στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, είναι και κτίστης. Έβαλε λοιπόν όλη τη μαστοριά του για να με αναστηλώσει. Δούλεψε ο καημένος, με την ψυχή και με τα χέρια του, ώρες πολλές θυμάμαι. Κι έγινα έτσι ξανά το στολίδι της Αρμένικης γειτονιάς. Ένα στολίδι, φτιαγμένο με παλιά αλλά και νέα υλικά. Κι έτσι πορευόμαστε όλοι μαζί …. χρόνια τώρα. Άσε πια που έγινα και διάσημο. Το πιο γνωστό σπίτι της πόλης μας.
Οι περαστικοί με φωτογραφίζουν συνέχεια και η φωτογραφία μου μπαίνει στις φυλλάδες και στα ίντερνετ. Και ξέρετε γιατί; Γιατί κουβαλάω στη ράχη μου ζωή και κουλτούρα από τρεις αιώνες. Από τον 19ο, τον 20ο και τον 21ο. Δεν είναι λίγο αυτό. Είμαι ένα σπίτι, παραδοσιακό, δείγμα της τότε αρχιτεκτονικής και μάρτυρας της παλιάς αστικής ζωής του Διδυμοτείχου. Μια ζωντανή φωνή από το παρελθόν. Ένα παρελθόν που έγινε πια παραμύθι. Κάποια μέρα, πριν από λίγα χρόνια, ήρθε και το κακό μαντάτο. Ο Λουτφίκ έφυγε από τη ζωή. Μόνος, όπως μόνο τόσα χρόνια έζησα κι εγώ. Μάλλον οι μοναξιές μας ήταν παράλληλες. Λυπήθηκα πολύ κι ένιωσα πια την ορφάνια μου ολοκληρωμένη. Έκρυψα τη λύπη μου, βαθιά στο μεγάλο σεντούκι της ψυχής μου και είπα θα ζήσω. Με τα παλιά, με τα καινούργια. Με το χτες, με το σήμερα. Με την αλήθεια, με το ψέμα. Με την πραγματικότητα και με τις αναμνήσεις. Πολλές, μα πάρα πολλές αναμνήσεις… αυτές δεν θα με εγκαταλείψουν ποτέ. Όσο υπάρχω θα υπάρχουν. Εδώ, μαζί μου…Θα υπάρχουν κι όταν κάποτε, μέσα στην ανυπαρξία μου, γίνω κι εγώ μια ανάμνηση. Μια ανάμνηση τόσο μακρινή….. μα τόσο μακρινή…. Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε. Είμαι το σπίτι στην οδό Αθηνάς 2, στη γειτονιά “Αρμενιά” στο Διδυμότειχο.
Το παρόν κείμενο παρουσιάστηκε ως θεατρικό δρώμενο στο πλαίσιο των εκδηλώσεων “Βραδιά Καστρινής Τέχνης” στις 4 & 5 Ιουνίου 2025. Ακολουθεί απόσπασμα στο παρακάτω βίντεο :













