ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ (ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ)

Κείμενο : του Ευστρατίου Τσιρταβή Πηγή : «Περιοδικό Θρακικός Οιωνός» τεύχος ΙΔ΄ Θέρος 2001, Αλεξανδρούπολη «Εικόνες από το παλιό Διδυμότειχο και τον Έβρο»

Στη μεγάλη αποθήκη της μνήμης, οι αναμνήσεις έχουν κάποια σειρά, μα το προβάδισμα το ‘χουν οι μεγάλες εντυπώσεις και ξέχωρα οι παιδικές. Χρόνο με το χρόνο ξεθωριάζουν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χάνονται. Η ψυχολογία μιλά για το “συνειρμό των παραστάσεων”, που πάει να πει πως η δυνατή εντύπωση φέρνει στην επιφάνεια μια άλλη όχι τόσο δυνατή κι αυτή με τη σειρά της μια άλλη όχι τόσο σωστή κι αυτή κάποια άλλη κι έτσι γίνεται μια μακρόσυρτη αλυσίδα, που όλες μαζί κάνουν τη μεγάλη σύνθεση “ζωή”.

Τις άλλες έλεγα για τα τότε πολλά χιόνια της ενδοχώρας μας, τους πλημμυρισμένους και παγωμένους κάμπους, για το χαρούμενο πανηγύρι της αυτοσχέδιας παγοδρομίας, για τις μορφές του καιρού εκείνου. Αυτά ζωντάνεψαν δυο άλλες χαρακτηριστικές για το Διδυμότειχο εντυπώσεις από την παλιά εκείνη εποχή, την εποχή του μπόλικου χιονιού.

Η μια έθιμο Χριστουγεννιάτικο. Η άλλη η κατάδυση του Σταυρού τα Φώτα. Το πρώτο, κάτι το πολύ γραφικό και πανηγυρικό. Πρωταγωνιστές τα παιδιά. Ανήμερα τα Χριστούγεννα ντυνότανε φουστανελάδες και κρεμούσαν πίσω στο ζωνάρι τους κουδούνες μικρές και μεγάλες. Αντάμα με κάθε τσολιά πήγαινε κι ένα παιδί με ένα μικρό πήλινο τουμπερλέκι στο χέρι. Έτσι παρέα τη στήνανε έξω από τις εκκλησίες και περίμεναν να βγει ο κόσμος. Το πανηγύρι άρχιζε σαν τελείωνε η λειτουργία. Με μια ξύλινη χαντζάρα, καθήλωναν τους πιστούς στην πόρτα, κουνούσαν ρυθμικά το κορμί τους και τραγουδούσαν χτυπώντας το τουμπερλέκι. Κουδούνια, τουμπερλέκι και τραγούδια, σωστό πανδαιμόνιο, που δεν τελείωνε, αν δεν έφευγε όλο το εκκλησίασμα κι αν δεν έπεφταν οι τρύπιες εικοσάρες. Το πενηνταράκι ήταν πράγμα λιγάκι σπάνιο. Όταν τελειώνουν οι εκκλησίες, ήταν ακόμη νύχτα. Το τραγούδι έλεγε:

Χριστούγεννα, Χριστούγεννα, τώρα Χριστός γεννιέται.

Γεννιέται κι αναστήνετε με μέλι και με γάλα.

Το μέλι το τρων οι άρχοντες και το κερί οι Άγιοι.

Η άλλη τελετή της κατάδυσης, τα Φώτα, έδινε πραγματικά Βυζαντινή εικόνα. Το σκηνικό ήταν φυσικά συνταιριασμένο με το τοπίο, γιατί η πομπή περνούσε πάνω από το Κάστρο του καλέ, για να κατεβεί στο γεφύρι που ‘ναι προς τα νεκροταφεία. Μοναδικό πέρασμα την εποχή εκείνη. Ο Δεσπότης, οι παπάδες, οι άρχοντες, το εκκλησίασμα με τα ξεφτέρυγα και τα πολύχρωμα φανάρια μπροστά, κατέβαινε από τη Μητρόπολη στο ποτάμι, ακολουθώντας το λαξευτό δρόμο, που βγάζει στην παλιόπορτα, βυζαντινή μεγάλη πύλη στα τείχη που σώζεται ακόμη και σήμερα. Την ίδια διαδρομή δεν αποκλείεται να έκαναν κάποια εποχή, όταν το Διδυμότειχο είχε γίνει πρωτεύουσα του Βυζαντίου. Με λίγη φαντασία, έβλεπες Πατριάρχη και Αυτοκράτορα, ντυμένους τις κόκκινες χλαμύδες τους, να γεμίζουν μεγαλοπρέπεια την πομπή και να σκορπούν ρίγη συγκίνησης στους πιστούς. Πραγματικά μεγάλη φαντασία μέσα στ’ απομεινάρια του καιρού εκείνου.

Συνήθως, τα νερά ήταν παγωμένα και το ποτάμι κρυσταλλιασμένο. Για να ριχθεί ο Σταυρός άνοιγαν ένα αλάνι στον πάγο, όπου ο μόνιμος τότε βουτηχτής (είχε μείνει ιστορικός ο Δημητρός Μανάκας) περίμενε μέσα σε μια πλάβα, τυλιγμένος στην προβάτινη γούνα του, πίνοντας μπόλικο κονιάκ ν’ αρπάξει το Σταυρό. Φόβος μη τον πάρει το ρέμα που κυλούσε ορμητικά κάτω από τον πάγο! Και φαίνεται πως δεν τα πολυκατάφερνε και επειδή ήταν μεγάλος ο κίνδυνος να χαθεί, πράγμα που λογαριαζόταν για μεγάλη γρουσουζιά στη σοδιά, φρόντιζαν να δεθεί μ’ ένα κορδόνι. Οι επίσημοι πάνω στη γέφυρα, ο κόσμος σκόρπιος στις δύο όχθες του ποταμού, που τον στεφάνωναν πανύψηλες ιτιές, απολάμβαναν ένα φαντασμαγορικό θέαμα, καθώς τα περιστέρια κατά εκατοντάδες άπλωναν τα φτερά τους στον ουρανό.

Τα μέλη του Συλλόγου Ψαράδων Διδυμοτείχου πρωταγωνιστούν πάντα κατά την τελετή του Αγιασμού των υδάτων στον Ερυθροπόταμο.

Ακόμα για τα παιδιά είχαν μια πρόσθετη χαρά, γιατί κατά το συνήθειο η νουνά τα χάριζε μεγάλες λαμπάδες, που τις περνούσαν σαν κορδόνι μανταρίνια, φιρίκια, σύκα, ζαχαρωτά στολισμένες με κορδέλες. Η λαμπάδα έκαιγε και οι λιχουδιές τρώγονταν, καθώς σεργιάνιζαν το θέαμα και ας ήταν το κρύο τσουχτερό. Παρ’ όλα αυτά, χαρά και ευτυχία ήταν να βρεθούμε στην τελετή και κανείς ποτέ δεν έλειπε, παρά μόνον αν ήταν κρεβατωμένος.

Copyright © 2016 https://kastropolites.com/. All Rights Reserved