ΥΠΟΓΕΙΕΣ ΣΠΗΛΙΕΣ ΚΑΙ ΤΡΩΓΛΕΣ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ

Το βιβλίο του Φίλιππου Γιαννόπουλου “Διδυμότειχο η ιστορία ενός Βυζαντινού οχυρού”.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Φίλιππου Γιαννόπουλου «Διδυμότειχο Ιστορία ενός Βυζαντινού Οχυρού», το οποίο αποτελεί διδακτορική διατριβή που υποβλήθηκε στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου της Κολωνίας για την απόκτηση διδακτορικού διπλώματος. Η υπόψη διατριβή βραβεύτηκε από την Εταιρεία Μελετών Νοτιοανατολικής Ευρώπης το έτος 1975, στον διαγωνισμό για τις καλύτερες διδακτορικές διατριβές στον τομέα έρευνας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Ο Δρ. Φίλιππος Γιαννόπουλος, είναι πλέον Μοναχός με το όνομα Γαβριήλ Κοβιλιάτης, Γέροντας του Ιερού Καθίσματος Μεταμορφώσεως Δολών, στη δυτική Μάνη της Πελοποννήσου (βλ. Ιερόν Κάθισμα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Δολών).

Από τα σπίτια της εποχής της βυζαντινής κυριαρχίας δεν σώζεται τίποτα στο Διδυμότειχο. Το Διδυμότειχο ήταν έδρα επισκόπου. Είναι γνωστό ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν τόπος διαμονής μελών της υψηλής αριστοκρατίας, συγγενών του αυτοκράτορα και ακόμα και του ίδιου του αυτοκράτορα. Υπήρχαν λοιπόν σίγουρα πολυτελείς κατοικίες (όπως ακριβώς στον Μυστρά). Κατ’ αναλογία προς τον Μυστρά, τη Θεσσαλονίκη και την Τραπεζούντα θα πρέπει τέτοια κτίρια να βρίσκονταν στην πλαγιά ή στην κάτω πόλη, όπως ακριβώς αργότερα αυτά των Τούρκων γαιοκτημόνων, όπως πληροφορούμεθα από τον Eneholm.

Δεν διασώθηκε, επίσης, τίποτα από το κεντρικό οχυρό και το παλάτι. Αν τα ήδη αναφερθέντα ερείπια των βυζαντινών εκκλησιαστικών κτισμάτων παρουσιάζουν τοπικές ιδιοτυπίες, αυτό ισχύει επίσης για έναν μεγάλο αριθμό από σωζόμενες και έναν μεγαλύτερο ακόμα αριθμό από κατεστραμμένες τρώγλες (κατοικήσιμες σπηλιές), πολλές από τις οποίες κατοικούνταν μέχρι πρόσφατα.

Αυτοί οι χώροι είναι σκαμμένοι στον φυσικό βράχο του οχυρωμένου λόφου (ο λόφος αποτελείται από κοραλλιογενή ασβεστόλιθο του τριτογενούς εναποτεθειμένο πάνω σε αμμίτη, κάτι που δεν μπορεί κανείς να διακρίνει αμέσως). Έχουν διατηρηθεί, εν μέρει, ακόμα και μικρές κόγχες στα τοιχώματα, αρκετά μεγάλες για να δέχονται λυχνάρια. Σε μεγαλύτερους χώρους σώθηκαν και υποστηρίγματα.

Μέχρι στιγμής δεν είναι γνωστή καμία τέτοια σπηλιά, η οποία θα μπορούσε να είχε λατρευτική χρήση. Γι’ αυτό δεν είναι δυνατή μία ακριβής χρονολόγηση. Το μόνο που μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα είναι τούτο : την εποχή που κτίστηκε το εκκλησιαστικό κτίριο δίπλα στη σημερινή Μητρόπολη αυτές οι σπηλιές ήταν ήδη σε χρήση.

Στην απόκρημνη πλαγιά, πίσω ακριβώς από αυτό το κτίριο, βρίσκεται η είσοδος ενός τέτοιου σπηλαιώδους χώρου, λαξευμένη ορθογώνια με άθικτο τον κεντρικό στύλο στήριξης. Στον εξωτερικό τοίχο εκτείνεται ένα βάθρο, πλάτους περίπου 1 μ. η επιφάνεια του οποίου βρίσκεται περίπου 30 εκ. πάνω από το φυσικό έδαφος. Σε αυτό το βάθρο είναι λαξευμένα, μέσα στο φυσικό πέτρωμα, κοιλώματα ελαφρά κωνικής μορφής. Τέτοια βάθρα με όμοια κοιλώματα βρίσκονται και στις άλλες σπηλιές. Εδώ πρόκειται για ένα χώρο που έχει λαξευθεί με επιδεξιότητα πάνω στην πέτρα, και εμφανίζει κοιλώματα διατεταγμένα σε αρκετές επάλληλες σειρές.

Για τα κοιλώματα που βρίσκονται στον εξωτερικό τοίχο κατασκευάστηκαν επίσης κόγχες, με σκοπό να εξοικονομηθεί όσο το δυνατόν περισσότερος ελεύθερος χώρος στο εσωτερικό. Δεν θα χρειαζόταν καν το τυχαίο εύρημα ενός ελάχιστα φθαρμένου πήλινου πιθαριού, σε μια σπηλιά που είχε πρόσφατα εκκενωθεί από τους κατοίκους της, για να εξακριβωθεί ο σκοπός των υπόγειων σπηλαίων. Εδώ φυλάσσονταν υγρά προϊόντα και πιθανώς σιτηρά και άλλα αγαθά μέσα σε μεγάλα πήλινα δοχεία, τα οποία στερεώνονταν μέσα στα κοιλώματα. Το μέγεθος του χώρου και ο αριθμός των αποθηκευτικών δοχείων, που είχαν προβλεφθεί γι’ αυτόν, σε συνδυασμό με τη θέση του ακριβώς πίσω από τα ερείπια δίπλα στη σημερινή Μητρόπολη, οδηγεί στο ακόλουθο συμπέρασμα : αφού πρόκειται για αποθέματα για μεγάλο αριθμό ατόμων, και το κτίριο μπροστά από την είσοδο ήταν σίγουρα εκκλησιαστικό, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι τα ερείπια του κτιρίου ανήκαν σε ένα μοναστήρι, στις εγκαταστάσεις του οποίου θα ανήκε και η υπόγεια αποθήκη (η άμεση σχέση της υπόγειας αποθήκης με τα υπολείμματα του τείχους αφήνουν περιθώρια για να υποθέσουμε ότι τα οικοδομικά αυτά κατάλοιπα μπορεί να θεωρηθούν ότι προέρχονται από Τράπεζα μοναστηριού και όχι από ναό).

Το μοναστήρι και η υπόγεια αποθήκη, στη μορφή που σώζονται, θα μπορούσαν να θεωρηθούν σύγχρονα. Αυτό σημαίνει ότι γύρω στο 1300 η κατασκευή τέτοιων υπογείων σπηλαίων έχει φθάσει ήδη σε υψηλό βαθμό τελειότητας. Η κατασκευή τέτοιων μεγάλων αγγείων με ύψος πάνω από 1 μ. εξελίχθηκε σε «μαζική παραγωγή».

Το γεγονός ότι η κατασκευή σπηλαίων συνηθιζόταν ήδη από αρκετό καιρό και ότι δεν πρωτοχρησιμοποιήθηκαν γύρω στο 1300, πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο. Εφόσον τέτοιες κατασκευές εμφανίστηκαν τέσσερις αιώνες πριν, τόσο στην Καππαδοκία όσο και στη Δοβρουτσά (300 χιλιόμετρα βόρεια από το Διδυμότειχο και 100 χιλιόμετρα από το βυζαντινό λιμάνι της Μεσημβρίας), θα μπορούσαν, λαμβάνοντας υπόψη την αδρή επεξεργασία του πωρόλιθου, να θεωρηθούν παλιότερες και οι σπηλιές του Διδυμοτείχου. Το πότε τοποθετήθηκαν μπροστά από τις τρώγλες οι εν μέρει σωζόμενες ξύλινες κατασκευές, οι οποίες προεξείχαν από τον βράχο, δεν μπορεί να πει κανείς με ακρίβεια. Σε μερικές περιπτώσεις σώζονται επίσης οι τοίχοι του ισογείου αυτών των χώρων από φυσικό πέτρωμα. Οπές πάκτωσης δοκών και αμειβόντων καθιστούν δυνατή μια αποκατάσταση, τουλάχιστον σε ένα πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Τα σωζόμενα σήμερα ξύλινα κτίσματα μπροστά από τις σπηλιές προέρχονται από την εποχή της τουρκοκρατίας. Δυστυχώς δεν σώζεται κανένα ξύλινο πρόσκτισμα που να στηρίχθηκε στο φυσικό πέτρινο τοιχίο υποδομής που έμεινε στην αρχική του θέση. Μερικά από τα προσκτίσματα είναι διώροφα.

Στον παρακάτω σύνδεσμο μπορείτε να παρακολουθήσετε την ομιλία του ¨Διδυμοτειχίτη στην καρδιά¨ και επίτιμου Δημότη Διδυμοτείχου, καταγόμενου από την Καλαμάτα Φίλιππου Γιαννόπουλου, την οποία εκφώνησε στην παρουσίαση του βιβλίου του «Διδυμότειχο η ιστορία ενός βυζαντινού οχυρού». Η βιβλιοπαρουσίαση διοργανώθηκε στην Καλαμάτα  από το Γαλλικό ινστιτούτο και είχε παραστεί ο μακαριστός μητροπολίτης Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κυρός Νικηφόρος (βλ. Ο ΜΟΡΙΑΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗ ΘΡΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ).

Copyright © 2016 https://kastropolites.com/. All Rights Reserved