Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ ΙΛΑΡΙΩΝ ΜΙΑ ΑΓΙΑ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ 14ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Κείμενο του Ιωάννη Α. Σαρσάκη (Καστροπολίτη)

Κατά τη διάρκεια της υπερχιλιετούς ιστορίας της Ρωμανίας/Βυζαντίου, εμφανίστηκαν μορφές αγίων και χαρισματικών ανθρώπων, οι οποίες απασχόλησαν τους μετέπειτα ιστορικούς και θεολόγους σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα πρόσωπα αυτά διαδραμάτισαν πολλές φορές καθοριστικό ρόλο στο ιστορικό γίγνεσθαι της αυτοκρατορίας, συμβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό, στο να δημιουργηθεί η πεποίθηση που θέλει : «την Αυτοκρατορία τους να είναι η επίγεια αγία αυτοκρατορία του Θεού»[1]. Έτσι από τον 4ο αιώνα μέχρι το 1453, υπήρξαν άγιοι και πνευματικοί άντρες και γυναίκες (αυτοκράτορες, αυτοκράτειρες, πατριάρχες, αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί, μοναχές και λαϊκοί) σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ρωμαίικης Οικουμένης, που άφησαν το στίγμα τους, και κάποιοι από αυτούς ενεπλάκησαν ηθελημένα και μη στα ιστορικοπολιτικά γεγονότα της εποχής τους.

Ο Επίσκοπος Διδυμοτείχου Ιλαρίων, διά χειρός Σοφίας Παπάζογλου.

Μία ανάλογη πνευματική μορφή η οποία έζησε κατά το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, με χαρακτηριστικά αγιότητας είναι και ο Επίσκοπος Διδυμοτείχου[2] Ιλαρίων (περ.1281-1343), ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του το 1341 έως την κοίμησή του το 1343. Την συγκεκριμένη χρονική περίοδο συνετάραξε την αυτοκρατορία ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος των Παλαιολόγων, μεταξύ του Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού και της αντιβασιλείας[3] που επιτρόπευε το νεαρό τότε Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο.

Η Καστροπολιτεία του Διδυμοτείχου, καθ΄ όλη τη διάρκεια των εμφυλίων συγκρούσεων της δυναστείας των Παλαιολόγων, αρχής γενομένης από το 1321 έως το 1354, υπήρξε ένα σημαντικό κέντρο αποφάσεων και εξελίξεων. Κατά τον πρώτο εμφύλιο αποτέλεσε την έδρα και το αρχηγείο του Ανδρόνικου Γ΄ και Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού εναντίον του Ανδρονίκου Β΄ και κατά τον δεύτερο, την έδρα και το αρχηγείο του Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού, όπου και στέφθηκε αυτοκράτορας στις 26 Οκτωβρίου 1341[4]. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για την πυροδότηση του δευτέρου εμφυλίου πολέμου, μεταξύ των αντιμαχομένων που περιγράψαμε παραπάνω.

Ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος.

Ειδικότερα για τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο των Παλαιολόγων και τις συνέπειές του, η καθηγήτρια και ακαδημαϊκός Αγγελική Λαΐου αναφέρει σχετικώς : «Η σημασία του δευτέρου εμφυλίου πολέμου ήταν πολλαπλή : ήταν πόλεμος μακροχρόνιος και καταστρεπτικός· σε πολλά σημεία εξελίχθηκε σε κοινωνικό πόλεμο και στη διάρκειά του εμφανίσθηκαν στο έδαφος της Μακεδονίας και της Θράκης μεγάλα σερβικά και τουρκικά στρατεύματα, που δεν επρόκειτο πλέον να φύγουν· τέλος, η εποχή του εμφυλίου πολέμου ήταν επίσης εποχή μεγάλης διαμάχης μέσα στη βυζαντινή Εκκλησία, διαμάχης η οποία, τελείωσε με τη νίκη των ησυχαστών, τους οποίους υποστήριζε ο Ιωάννης Καντακουζηνός»[5].

Εν συντομία περιγράψαμε την κρίσιμη εποχή κατά την οποία ο Ιλαρίων ανήλθε στον Επισκοπικό θρόνο του Διδυμοτείχου, παρακάτω θα αναφέρουμε πληροφορίες για το βίο και για τα πνευματικά του χαρίσματα. Ενδεικτικά παραθέτουμε την άποψη του Ντόναλντ Μ. Νίκολ, ενός από τους διαπρεπέστερους βυζαντινολόγους, ο οποίος τον περιγράφει ως εξής : «η περίπτωση του Διδυμοτείχου Ιλαρίωνα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι η αγία του φύση και τα προφητικά του χαρίσματα δεν τον οδήγησαν μόνο στο να γίνει ονομαστός στην αγιογραφία, αλλά και στο να αναφέρεται σε εκθέσεις ενός αυτοκράτορα – στρατιώτη[6] που επρόκειτο να αποτραβηχτεί και ο ίδιος στη μοναστική κοινωνία»[7].

Πριήνη : Ο Ναός της Αθηνάς και ο βράχος της Ακρόπολης

Ο Ιλαρίων ήταν ένας από τους τέσσερις μαθητές του Οσίου Μακαρίου, για τον οποίο από το Βυζαντινόν Εορτολόγιον του Μανουήλ Γεδεών αξίζει να αναφέρουμε τα εξής (απόδοση σε νέα ελληνικά) : «Γενέτειρά του Μακαρίου ήταν η κώμη Σαμψών (Πριήνη) της Μικράς Ασίας, μετά το θάνατο της συζύγου του, εκάρη μοναχός σε μία από τις Μονές στο όρος Λάτρος[8] (μοναστικό κέντρο στη δυτική Μικρά Ασία), τα επόμενα χρόνια μόνασε στη μονή Κρίτζους στο όρος Σίπυλος στη Μαγνησία και από εκεί έφυγε λόγω των τουρκικών επιδρομών (την εποχή εκείνη, δεύτερη δεκαετία του 14ου αιώνος, οι Τούρκοι επέδραμαν και κατελάμβαναν περιοχές της Μικράς Ασίας), και κατέφθασε στην Κωνσταντινούπολη όπου μόνασε στη μονή παναχράντου Θεοτόκου του Καλλίου. Στην Κωνσταντινούπολη ο Μακάριος είχε πολλούς μαθητές, ένας από αυτούς ήταν και ο Ιλαρίων, άνδρας ασκητικός ο οποίος χειροτονήθηκε Επίσκοπος Διδυμοτείχου σε ηλικία 60 ετών» [9].

Ο Ντόναλντ Μ. Νίκολ αναφέρει συμπληρωματικά για τον Όσιο Μακάριο ότι : «στην Κωνσταντινούπολη ο Μακάριος επισκεπτόταν και άλλες μονές όπου ήταν ευπρόσδεκτος (επίσης υπάρχει η πληροφορία ότι ο Μακάριος ταξίδεψε στη Θεσσαλία και στην Μακεδονία), μεταξύ των μονών της βασιλεύουσας που επισκεπτόταν ήταν και η μονή της Χώρας (την οποία ανοικοδόμησε ο Θεόδωρος Μετοχίτης). Η φήμη του και η αγιότητα του προσέλκυε ανθρώπους όλων των ηλικιών και κοινωνικών τάξεων, τον επισκεπτόταν ακόμη και ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος. Ο Μακάριος ήταν προικισμένος με το χάρισμα της προφητείας, διότι κάποια στιγμή προειδοποίησε τους μοναχούς στη Μάνδρα για μια εισβολή από τους ¨Σκύθες¨(Τούρκους), η οποία αν και ήταν χωρίς προηγούμενο, πραγματοποιήθηκε κανονικά εντός του έτους. Όμως η φήμη του ως αγίου δεν φαίνεται να βασιζόταν τόσο στα θαύματα που ενεργούσε όσο στην τέλεια κατανόηση της ¨αληθινής φιλοσοφίας¨ και στο χάρισμα του να την μεταδίδει στους μαθητές του»[10].

Μικρά Ασία περιοχή Καρίας Όρος Λάτρος ή Λάτμος.

Όπως είδαμε ο Ιλαρίων, αποτέλεσε έναν από τους κυριότερους και χαρισματικούς μαθητές του οσίου Μακαρίου, τα ονόματα των οποίων, αναφέρει ο βιογράφος του οσίου, (ο Επίσκοπος Σηλυβρίας Φιλόθεος, αρχές δευτέρου μισού του 14ου αιώνα), πρόκειται για τους : «Ανδρέα, Ιλαρίων, Σάββα και Θεοδόσιο»[11]. Ο Ντόναλντ Μ. Νίκολ, σχολιάζοντας το βίο του οσίου Μακαρίου, τονίζει την σημαντικότητα του υπόψη κειμένου, σχετικά με τις πληροφορίες που παραθέτει και για τον Ιλαρίωνα, τον οποίο χαρακτηρίζει ως ¨πανάγιο και πνευματικό¨ καθώς και ότι : «είχε ανατραφεί από τον όσιο Μακάριο από την παιδική του ηλικία, μάλλον στη Μικρά Ασία, και θα πρέπει να πήγε μαζί του σαν μαθητής του στη Μονή Καλλίου στην Κωνσταντινούπολη»[12].

Επανερχόμενοι στην εξιστόρηση του βίου του Διδυμοτείχου Ιλαρίωνα, από το βιβλίο του Ντόναλντ Μ. Νίκολ ¨Studies in Late Byzantine History and Prosopography¨ London 1986 και πιο συγκεκριμένα από το κεφάλαιο με τίτλο ¨Hilarion of Didymoteichon and the Gift of Prophecy¨ παραθέτουμε τα εξής :  «Σε ηλικία τριάντα ετών, μετά από συμβουλή του Μακαρίου, ο Ιλαρίων χειροτονήθηκε ιερέας από τον τότε πατριάρχη. Για άλλα τριάντα χρόνια έζησε σε μοναστική αφάνεια και ταπεινότητα, προσθέτοντας συνεχώς στο άθροισμα των αρετών του. Αλλά δεν μπορούσε να κρύβει για πάντα ένα τόσο μεγάλο φως κάτω από ένα μόδιο, και όταν έγινε περίπου εξήντα ετών προτάθηκε για την Επισκοπή του Διδυμοτείχου στη Θράκη. Ήταν φυσιολογική διαδικασία όταν κάποιου του προσέφεραν μια επισκοπή, αυτός να εκφράζει ή να προσποιείται την απροθυμία του να τη δεχθεί. Αλλά ο Ιλαρίων εξαιτίας της απαράμιλλης αγιότητας του, δέχθηκε μεγάλη πίεση από την πατριαρχική σύνοδο, από το λαό, και από τους αυτοκράτορες, τους γερουσιαστές και την κυβέρνηση. Η άνοδος του όμως στην ιεραρχία δεν εμπόδισε την εξέλιξη της πνευματικής του ζωής, μία από της ανταμοιβές της οποίας ήταν το χάρισμα της προφητείας και η δύναμη να προλέγει το μέλλον»[13].

Όπως προαναφέραμε επικρατέστερη ημερομηνία για το γεγονός της ενθρόνισης του Ιλαρίωνα στο Διδυμότειχο είναι το 1341. Την εποχή δηλαδή που εκκολάπτεται ο δεύτερος εμφύλιος των Παλαιολόγων και το Διδυμότειχο αποτελεί έδρα και αρχηγείο του Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού, τόπος στέψης του σε αυτοκράτορα και γενικώς μία από τις πόλεις/κάστρα, που διαδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο στο ιστορικό γίγνεσθαι της εποχής. Καθοριστικό ρόλο στο να προταθεί για τη θέση του Επισκόπου Διδυμοτείχου ο Ιλαρίων, συνετέλεσε το γεγονός ότι (όπως αναφέρει ο Φιλόθεος Σηλυβρίας), είχε στενές σχέσεις με τον Καντακουζηνό. Επίσης ο Αθ. Παπαδόπουλος – Κεραμεύς σημειώνει ότι «εκ των κατωτέρω λεγομένων περί του Ιλαρίωνος δηλούται, ότι ούτος εστίν ο συνεχώς παρά Ιωάννη τω Καντακουζηνώ ανωνύμως αναφερόμενος αρχιερεύς Διδυμοτείχου»[14]. Επίσης ο Ντόναλντ Μ. Νίκολ επάνω στο θέμα αυτό είναι κατηγορηματικός : «Είναι αδιανόητο, ότι θα μπορούσε να ήταν Επίσκοπος Διδυμοτείχου εκείνα τα χρόνια, κάποιος άλλος εκτός από φιλο-Καντακουζηνό. Οι ¨αυτοκράτορες¨ που λέγεται ότι παρότρυναν τον Ιλαρίωνα να δεχθεί την έδρα πρέπει να ήταν ο Ανδρόνικος Γ΄ και ο Ιωάννης Στ΄ Καντακουζηνός»[15].

Η ησυχαστική σύνοδος της 10ης Ιουνίου του 1341.

Την χρονιά που ο Ιλαρίων ήρθε στο Διδυμότειχο, πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη ένα μεγάλο εκκλησιαστικό γεγονός, η πρώτη ησυχαστική σύνοδος της 10ης Ιουνίου του 1341 ή όπως ανεπίσημα έχει χαρακτηρισθεί ως η 9η Οικουμενική Σύνοδος. Ο Ιλαρίων κατά πάσα πιθανότητα δεν μπόρεσε να μετάσχει στη σύνοδο, προφανώς διότι την ίδια εποχή αναλάμβανε τα καθήκοντά του στο Διδυμότειχο. Ο βιογράφος του όμως, μας διασώζει ότι ο Ιλαρίων είχε προφητεύσει τα δεινά που επέφερε στην εκκλησία η κακοδοξία του Καλαβρού Βαρλαάμ αναφέροντας τα εξής : «Προείπε δε ο θείος ούτος αρχιερεύς Ιλαρίων και την της Εκκλησίας ζάλην άμα την ταραχήν, την του Καλαβρού Βαρλαάμ φημί κακοδοξίαν και φλυαρίαν, ος εβλασφήμει περί του θείου φωτός ….. κλπ»[16]. «Το ότι ο Ιλαρίων ήταν υποστηρικτής του Παλαμά φαίνεται αρκετά βέβαιο, αν και δεν αναφέρεται πουθενά ρητά. Ο Φιλόθεος Σηλυβρίας που χλεύαζε τον Βαρλαάμ και τον Ακίνδυνο και έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να αναθεματίσει τον Νικηφόρο Γρηγορά, δεν θα τον είχε συμπεριλάβει ανάμεσα στους εξαίρετους μαθητές του Μακαρίου σε διαφορετική περίπτωση. Ούτε και ο Ιωάννης Καντακουζηνός θα είχε τέτοια εμπιστοσύνη στις προβλέψεις του»[17]. Θα πρέπει να αναφέρουμε, ότι στο Διδυμότειχο έχει διασωθεί η παράδοση που θέλει τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, κατά τα ταξίδια του από τη Θεσσαλονίκη προς την Κωνσταντινούπολη, να επισκέπτεται την πόλη, προκειμένου να συναντήσει τον άγιο και ησυχαστή Επίσκοπο Ιλαρίωνα, καθώς και άλλους υποστηρικτές του. Για το λόγο αυτό, στον μεταβυζαντινό ενοριακό ναό του Σωτήρος Χριστού (επάνω στο Κάστρο), πρώην Βυζαντινή Μονή Χριστού Παντοκράτορος, τιμάται κάθε χρόνο στις 14 Νοεμβρίου η μνήμη του αγίου Γρηγορίου Παλαμά με την τέλεση αγρυπνίας.

Ο Άγιος Γηγόριος Παλαμάς.

Επίσης ο Ιλαρίων προφήτεψε και το θάνατο του Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου, που συνέβη πέντε μέρες αργότερα. Ο Καντακουζηνός στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν μετά το θάνατο του Ανδρόνικου Γ΄, στηρίχτηκε ηθικά και πνευματικά από τον Ιλαρίωνα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη που έτρεφε για το πρόσωπο του Επισκόπου Διδυμοτείχου, καθώς και οι εμπειρίες του από το προφητικό του χάρισμα, έχουν καταγραφεί στα απομνημονεύματα του. Συγκεκριμένα γράφει : «Οι διακηρύξεις αυτού του επισκόπου για μελλοντικά γεγονότα θεωρούνταν ως  προφητείες, όχι μόνον επειδή είχε προβλέψει σωστά τόσες πολλές φορές τα δεινά που επρόκειτο να επέλθουν, αλλά και επειδή είχε κάνει θαύματα τέτοια, που μόνον ο Θεός ή αυτοί που η αγνότητα και η υπεροχή τους στη ζωή, τους κρατάει σε στενή επαφή με Αυτόν, μπορούν να πραγματοποιήσουν»[18].

Αναπαράσταση της στέψης του Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού, τοιχογραφία από τον Τεχνοχώρο, υψηλής γαστρονομίας, διασκέδασης και πολιτισμού, «Άβατον» στο Διδυμότειχο.

Ένα μόνο περιστατικό επισκίασε τις καλές σχέσεις των δύο ανδρών, το γεγονός ότι ο Καντακουζηνός δεν κάλεσε τον Ιλαρίωνα κατά την τελετή στέψης του σε αυτοκράτορα. «Ο Ιλαρίων δεν συμμετείχε στην τελετή περιβολής και προσβλήθηκε που το έμαθε μια ημέρα αργότερα. Όμως, όταν του ζήτησαν να ευλογήσει το κράτος και τον αυτοκράτορα, παρατήρησε ότι ¨το να είναι κανείς αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν κάτι που είχε ορίσει ο Θεός· όμως όσοι έτρωγαν άγουρα σύκα, σίγουρα θα υπέφεραν από πρησμένα χείλη¨. Αυτή η αινιγματική παρατήρηση, ίσως να υπονοούσε πως ο νέος αυτοκράτορας είχε δρέψει τους καρπούς της αυτοκρατορίας πολύ νωρίς, και πως θα υφίστατο πολλούς κινδύνους και δυσκολίες. Ωστόσο αργότερα, όταν ο προφητικός επίσκοπος ξεπέρασε την πικρία του, πληροφορήθηκε από τον Θεό, ότι πράγματι ήταν θέλημά Του να γίνει ο Καντακουζηνός αυτοκράτορας»[19]. Μπορούμε να υποθέσουμε, ότι ο Καντακουζηνός δεν ενέπλεξε τον Ιλαρίωνα στην τελετή στέψης του, διότι δεν ήθελε να τον θέσει σε μελλοντικό ή άμεσο κίνδυνο από τους αντιπάλους του. Την ίδια εποχή στην Κωνσταντινούπολη είχε φυλακιστεί η μητέρα του Θεοδώρα και διώκονταν απηνώς οι υποστηρικτές του με την κατηγορία του «καντακουζηνισμού».

Ο Ιλαρίων φαίνεται να είχε πλήρη επίγνωση των κινδύνων που ελλόχευαν για τον Καντακουζηνό και για οποιονδήποτε άλλο υποστηρικτή του, καθώς στους κινδύνους αυτούς, είχε αναφερθεί ήδη όσο ζούσε ο Ανδρόνικος Γ΄. Συγκεκριμένα ο Καντακουζηνός μας διασώζει τα παρακάτω : «Για να δείξει από πού επέκειντο αυτοί οι κίνδυνοι, ο Ιλαρίων έφερε στο νου ένα όραμα που είδε όσο ο Ανδρόνικος Γ΄ ήταν εν ζωή. Το μήνυμα του οράματος, που είχε εξιστορήσει στο νεαρό Ανδρόνικο, ήταν μια προειδοποίηση για τις μηχανορραφίες του Αλέξιου Αποκαύκου, του οποίου τις σατανικές δυνατότητες για διάπραξη διαβολιών, ο Ιλαρίων είχε προβλέψει πολύ πριν (ο Αλέξιος) διεκδικήσει συνωμοτικά την εξουσία»[20].

Το Κάστρο του Διδυμοτείχου.

Στη συνέχεια, ο Ιλαρίων όχι μόνο δεν φοβήθηκε να δώσει την ευχή του στον Καντακουζηνό, αλλά τάχθηκε και αναφανδόν υπέρ του, στέλνοντας μήνυμα στον Αλέξιο Απόκαυκο, το οποίο όπως μας πληροφορεί ο Καντακουζηνός, έγραφε ότι : «ήταν θέλημα Θεού όχι αυτός, αλλά ο Καντακουζηνός, ο πρώην Μέγας Δομέστικος και νυν αυτοκράτωρ, να είναι ο κηδεμόνας του συναυτοκράτορα (Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου), διαδόχου του εκλιπόντος αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ΄. Ο Απόκαυκος θα έπρεπε λοιπόν να υπακούσει και να παραμείνει στην δουλειά του ως ναύαρχος του στόλου, διότι αλλιώς, αν εναντιωνόταν στο θέλημα του Θεού, τίποτα το καλό δεν θα ερχόταν πάνω του»[21]. Το γεγονός της αποστολής μηνύματος από τον Ιλαρίωνα προς τον πανίσχυρο τότε Αλέξιο Απόκαυκο, ακόμη και αν έγινε με την παραίνεση του Καντακουζηνού, φανερώνει ότι ο Ιλαρίων αποτελούσε εκείνη την εποχή μία σεβάσμια μορφή με κύρος στην Κωνσταντινούπολη, που θα μπορούσε να επηρεάσει  πρόσωπα και καταστάσεις.

Τα ίδια αισθήματα αγάπης και σεβασμού που ένιωθε ο Καντακουζηνός για τον Ιλαρίωνα, έτρεφε και η σύζυγός του Ειρήνη, η οποία ειδικά τις εποχές που ο σύζυγός της έφευγε από το Διδυμότειχο (για διάφορες εκστρατείες), αναλάμβανε την διοίκηση της πόλης. Ο Ιλαριών αποτελούσε πηγή δύναμης και κουράγιου για την Ειρήνη, βοηθώντας την να ανταπεξέλθει στα καθήκοντά της. Χαρακτηριστικά, κατά το έτος 1342, όταν ο Καντακουζηνός απουσίαζε στη Σερβία, οι Βούλγαροι βρήκαν ευκαιρία να πολιορκήσουν το Διδυμότειχο, αν και στην ουσία είχαν έρθει κατόπιν πρόσκλησης από την Ειρήνη και τον αδελφό της, ως επικουρική δύναμη φρούρησης της πόλης. Η κατάσταση ήταν απελπιστική : «ο προφητικός τους επίσκοπος όμως τους παρότρυνε να κάνουν κουράγιο, γιατί ήξερε πως ήταν θέλημα θεού οι Βούλγαροι να αρχίσουν να συγκρούονται μεταξύ τους και να αποχωρίσουν μέσα σε επτά ημέρες»[22], γεγονός που επαληθεύτηκε.

Ο Ιωάννης Καντακουζηνός – μοναχός Ιωάσαφ.

Τα θαυμαστά γεγονότα που σχετίζονται με τον Ιλαρίωνα, δεν έχουν να κάνουν μόνο με την πολιτική κατάσταση της εποχής. Ο Καντακουζηνός αναφέρει ότι : «Ένα άλλο παράδειγμα των θαυματουργικών δυνάμεων του Ιλαρίωνα, αφορά την περίπτωση μιας γυναίκας, την οποία ο σύζυγος της υποπτευόταν δικαίως για διάπραξη μοιχείας. Εκείνη βεβαίως δεν αποδεχόταν τις κατηγορίες, και για να αποδείξει την αθωότητα της, κλήθηκε να υποβληθεί σε δίκη ¨δια πυρός¨. Ο χαρισματικός Επίσκοπος, τον οποίο η μοιχαλίδα συμβουλεύτηκε μέσα στην απόγνωση της, της είπε ότι αν έκανε πλήρη ομολογία και μετανοούσε για τις κακές της πράξεις, θα φρόντιζε ώστε το πυρακτωμένο σίδηρο να μην την πειράξει, κάτι που με θαυματουργικό τρόπο και έγινε»[23]. Σχολιάζοντας το υπόψη θαυμαστό γεγονός ο Καντακουζηνός σημειώνει : «τέτοιες, ήταν οι δωρεές του Θεού που είχαν δοθεί σαν χάρισμα σ΄ αυτόν τον άνθρωπο»[24]. Επίσης ο Ιλαρίων προφήτεψε σωστά και για την τύχη του Μιχαήλ Βρυέννιου (άρχοντα της Παμφίλου), ο οποίος είχε αιχμαλωτιστεί και όλοι πίστευαν ότι ήταν νεκρός, πλην του Επισκόπου Διδυμοτείχου. Ο Ιλαρίων τους είπε, ότι ο Βρυέννιος θα πεθάνει αργότερα πολεμώντας στο πλευρό του Καντακουζηνού, όπως κι έγινε. Στον σκουτέριο[25] Γεώργιο Γλαβά, ο οποίος απελπισμένος πίστευε ότι θα πεθάνει πριν δει τον Καντακουζηνό, ο Ιλαρίων τον καθησύχασε, λέγοντας του ότι θα έχει το χρόνο να δει τον αυτοκράτορα και θα μπορέσει να του προσφέρει τις υπηρεσίες του, και σ΄ αυτό προφήτεψε σωστά ο άγιος Ιεράρχης[26].

Ο Επίσκοπος Διδυμοτείχου Ιλαρίων και ο αρχιμανδρίτης Γαβριήλ ηγούμενος την Μονής Χριστού Παντοκράτορος.

Τελειώνοντας την εξιστόρηση του βίου, του αγίου και χαρισματικού Επισκόπου Ιλαρίωνα, θα πρέπει να αναφέρουμε, ότι ο Καντακουζηνός κατά την εποχή που είχε γίνει μοναχός, μετά την παραίτησή του από αυτοκράτορα : «στο περιθώριο ενός χειρογράφου, ονόμασε τους τρεις αγίους που είχε γνωρίσει, και των οποίων τις θαυματουργικές δυνάμεις και τα προφητικά χαρίσματα είχε βιώσει ως μάρτυρας. Πρόκειται για τον Αθανάσιο πρώην Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τον πανάγιο Ιλαρίωνα πρώην Επίσκοπο Διδυμοτείχου και τον αρχιμανδρίτη Γαβριήλ ηγούμενο της Μονής Χριστού Παντοκράτορος στο Διδυμότειχο»[27]. Για τον αρχιμανδρίτη Γαβριήλ δε γνωρίζουμε πολλά πράγματα, υπάρχει μία αναφορά σε χρυσόβουλο[28] του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου, μέσω του οποίου αποδέχεται το αίτημα του Γαβριήλ, επικυρώνοντας με το υπόψη χρυσόβουλο τις κτήσεις του μοναστηριού[29].

Ο Ιλαρίων εκοιμήθη το 1343, πιθανότατα σε ηλικία 62 ετών, διετέλεσε Επίσκοπος Διδυμοτείχου για περίπου τρία χρόνια, σε μια δύσκολη εποχή που όπως περιγράψαμε και αναφέρει και ο ίδιος ο Καντακουζηνός : «ξέσπασε ο χειρότερος εμφύλιος πόλεμος που γνώρισαν ποτέ οι Ρωμαίοι»[30]. Η αγιότητα όμως ανθεί σε όλες τις εποχές και σε όλες τις καταστάσεις.

Για τη συγγραφή του παρόντος κειμένου, οφείλω πολλές ευχαριστίες στους καλούς φίλους : Ανδρέα Μπουλάκη και Ιωάννη Δουλάκη. Ο πρώτος μου απέστειλε το βιβλίο Donald M. Nikol ¨Studies in Late Byzantine History and Prosopography¨, το οποίο περιέχει το κεφάλαιο «Hilarion of Didymoteichon and the Gift of Prophecy» London 1986 και ο δεύτερος το μετέφρασε από τα Αγγλικά στα Ελληνικά.

Υποσημειώσεις

[1]. Βλ. Στήβεν Ράνσιμαν, Η Βυζαντινή Θεοκρατία, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2005, σ. 159

[2]. Αναφορικά με την ιστορία της Μητροπόλεως Διδυμοτείχου παραθέτουμε τα εξής : Τον 5ο αιώνα μ.Χ. υπάρχει η πρώτη μαρτυρία για την Επισκοπή Πλωτινουπόλεως, από τον 9ο αιώνα μετονομάζεται σε Επισκοπή Διδυμοτείχου, στο τέλος του 12ου αιώνα ανακηρύσσεται σε αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή και στο δεύτερο μισό του 13ου αιώνα προάγεται σε Μητρόπολη Διδυμοτείχου. Πηγή :Αθανάσιος Γουρίδης, Διδυμότειχο μια άγνωστη Πρωτεύουσα, Διδυμότειχο 2008.

[3]. Τα πρόσωπα που αποτελούσαν την αντιβασιλεία με έδρα την Κωνσταντινούπολη ήταν : η αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας, ο πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας και ο μεγάλος δούκας (ναύαρχος) Αλέξιος Απόκαυκος.

[4]. Βλ. Γκεοργκ Οστρογκόρσκι, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Ιστορικές Εκδόσεις Στ. Βασιλόπουλου, Αθήνα 2008, σ. 206.

[5]. Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, (Εκδοτική Αθηνών), Τόμος 21, σ. 160.

[6]. Του Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού, ο οποίος είναι ο μόνος αυτοκράτορας της Ρωμανίας/Βυζαντίου που συνέγραψε ο ίδιος τη βιογραφία του, την εποχή κατά την οποία μετά το 1354 αποσύρθηκε από τα κυβερνητικά του καθήκοντα και έγινε μοναχός.

[7]. Βλ. Donald M. Nikol, Hilarion of Didymoteichon and the Gift of Prophecy, Studies in Late Byzantine History and Prosopography, London 1986, σ. 190.

[8]. Σχετικά με το μοναχισμό στο όρος Λάτρος βλ. Έφη Ράγια, Λάτρος ένα άγνωστο μοναστικό κέντρο στη δυτική Μικρά Ασία, Εκδόσεις Σταμούλης, Αθήνα 2008.

[9]. Βλ. Μανουήλ Ιω. Γεδεών, Βυζαντινόν Εορτολόγιον, Μνήμαι των από του Δ’ μέχρι του ΙΕ’ αιώνος εορταζομένων αγίων, Εν Κωνσταντινουπόλει 1899, σ. 219.

[10]. Βλ. Donald M. Nikol, ό. π., σσ. 191-192.

[11]. Βλ. Μαρία Χ. Βακαλοπούλου, Φιλόθεος Σηλυβρίας Βίος και Συγγραφικό Έργο, Διδακτορική διατριβή στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών 1992, σ. 37.

[12]. Βλ. Donald M. Nikol, ό. π., σ.193.

[13]. Βλ. Στο ίδιο, σ. 193.

[14]. Βλ. Μαρία Χ. Βακαλοπούλου, ό. π., σ. 65.

[15]. Βλ. Donald M. Nikol ό. π., σ. 194.

[16]. Βλ. Μαρία Χ. Βακαλοπούλου, ό. π., σ. 58.

[17].  Βλ. Donald M. Nikol ό. π., σ. 199.

[18]. Βλ. Στο ίδιο, σ. 196.

[19].  Βλ. Donald M. Nikol, Ιωάννης Καντακουζηνός ο απρόθυμος αυτοκράτορας, Εκδόσεις ΔΟΛ Α.Ε., Αθήνα 2010, σελ 76.

[20]. Βλ. Donald M. Nikol, Hilarion of Didymoteichon and the Gift of Prophecy, ό. π., σ. 196.

[21]. Βλ. Στο ίδιο, σ. 196.

[22]. Βλ. Donald M. Nikol, Ιωάννης Καντακουζηνός ο απρόθυμος αυτοκράτορας, ό. π., σ. 87.

[23]. Βλ. Donald M. Nikol, Hilarion of Didymoteichon and the Gift of Prophecy, ό. π., σ. 196.

[24]. Βλ. Στο ίδιο, σ. 197.

[25]. Αξιωματούχος που κρατούσε το έμβλημα του αυτοκράτορα καθώς και την ασπίδα του (βασιλικό σκουτάριο) κατά τη διάρκεια των εκστρατειών.

[26]. Βλ. Donald M. Nikol, Hilarion of Didymoteichon and the Gift of Prophecy, ό. π., σσ. 198-199.

[27]. Βλ. Στο ίδιο, σ.  195.

[28]. Το Χρυσόβουλο, ή χρυσόβουλλο, ήταν επίσημο δημόσιο έγγραφο – διάταγμα που έφερε χρυσή σφραγίδα στη μεταξωτή ταινία που το συνόδευε, με την οποία βεβαιωνόταν η αυθεντικότητα του διατάγματος. (Πηγή : Βικιπάιδεια)

[29]. Βλ. Γεώργιος Χαριζάνης, Ο Μοναχισμός στη Θράκη κατά τους Βυζαντινούς αιώνες, Διδακτορική διατριβή, Θεσ/νίκη 2000, σ. 240.

[30]. Βλ. Donald M. Nikol, Ιωάννης Καντακουζηνός ο απρόθυμος αυτοκράτορας, ό. π., σ. 63.

Copyright © 2016 https://kastropolites.com/. All Rights Reserved