Η ΘΡΑΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΘΡΗΙΚΩΝ

Facebooktwitter

Κείμενο: Ιωάννης Ζαμπάρτας, Υποστράτηγος ε.α.
Πηγή: ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Ο Ευριπίδης τους είπε «δυσμαχωτάτους» και ο Διονύσιος ο Περιηγητής τους ήθελε να κατέχουν «απείρονα γαίαν». Είναι το γένος των Ελλήνων Θρηίκων του Εκαταίου, αυτών που δίδαξαν στους άλλους Έλληνες την οχύρωση των πόλεων μαζί με την καλλιέργεια της γής, τους κανόνες της πολεμικής τέχνης μαζί με την λατρεία των Μουσών. Κάποτε ήταν δύο εκατομμύρια άνθρωποι. Μπορούσαν να παρατάξουν δεκαπέντε χιλιάδες ιππείς και διακόσιες χιλιάδες πεζούς. Όμως, δεν έπαψαν να επιμελούνται και «της αρχαίας μουσικής», μεταλαμπαδεύοντας τον πολιτισμό τους όχι μόνο στην λοιπή Ελλάδα, αλλά και έως τα βάθη της Ασίας, «μέχρι της Ινδικής».

Η Θράκη, κατά πανάρχαια μυθική παράδοση, ήταν κόρη του Ωκεανού και της Σειρήνας Παρθενόπης. Είχε αδελφή την Ευρώπη και ετεροθαλείς αδελφές την Ασία και την Λιβύη, που είχαν μητέρα την Πομφολύγια. Σύμφωνα με άλλο μύθο η Θράκη ήταν μητέρα του Βιθυνού από τον Δία, του Δόλογκου από τον Κρόνο, του Τριήρου από τον Ομβριάρεω και του Ίσμαρου από τον Αρη. Με την εκδοχή αυτή εξηγείται και το γεγονός ότι οι Βιθυνοί, οι Δόλογκοι και οι Τριήρες αναγνωρίζονται ως φύλα θρακικά.

Ο Αρριανός αποδίδει το όνομα Θράκη σε ομώνυμη νύμφη, ο δε Στέφανος ο Βυζάντιος, στα «Περί δήμων και κοινοτήτων» (σ. 312, 313), αναφέρει ότι η ονομασία προέρχεται «από Θρακός βασιλέως, του πάλαι εν αυτή τελευτήσαντος, ή από νύμφης Τιτανίδος αφ’ ής και Κρόνου Δόλογκοι».

Σύμφωνα με τον Πίνδαρο, τον Αισχύλο και τον Πλάτωνα, το όνομα Θράκη έχει συμβολική σημασία και σημαίνει τον τόπο της αγνής διδασκαλίας και της ιερής ποίησης – προέρχεται, ίσως, από την λέξη θρησκεία. Κατά μία άλλη εκδοχή, η Θράκη οφείλει την ονομασία της στο τραχύ κλίμα της, προέρχεται από την λέξη τραχεία.

Ο Στέφανος ο Βυζάντιος διέσωσε και την έκφραση του Εκαταίου (549-476 π.Χ.): «Ελλήνων Θρηίκων». Ο αρχαίος λαογράφος και φιλόσοφος προσδιορίζει, έτσι, πριν από διόμισι χιλιετίες, την ιστορική φυσιογνωμία και τον εθνολογικό χαρακτήρα των Θρακών. Η Θράκη αναφέρεται και ως Αρία, αφού, κατά τον Ευριπίδη, υπήρξε «Αρεως οικητήριον». Με την συμβολική αυτή ονομασία συνδέεται και η επί πολλούς αιώνες φήμη των Θρακών ως λαού ευψύχου και πολεμοχαρούς. Ο Ευριπίδης ονομάζει τους Θράκες «δυσμαχωτάτους». («Θυμώ ζέοντι Θρηκί δυσμαχωτάτω» – Εκάβη, 1055) και ο Πολυμήστωρ, βασιλιάς της Θράκης, τους χαρακτηρίζει ως «λογχοφόρον ένοπλον, εύιππον, Αρει κάτοχον γένος» (Ευριπίδου Εκάβη 1089-90). Τέλος, ο Θουκυδίδης αναφέρει: «Το γάρ γένος των Θρακών… αν θαρσήση φονικώτατον εστί».

Μυθολογία

Η Θράκη είναι χώρα του μύθου. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η αρχαία μυθική παράδοση θέλει τον «πατέρα των Θεών και των ανθρώπων», τον Δία, ή, κατ’ άλλους, τον Ποσειδώνα, να κάθεται στην κορυφή βουνού της Σαμοθράκης – προφανώς στο σημερινό Φεγγάρι που έχει ύψος 1.664 μ. – και από εκεί να παρακολουθεί την εξέλιξη των μαχών κατά τον Τρωϊκό Πόλεμο:

«Θαυμάζων ήστο πτόλεμόν τε μάχην τε

υψού επ’ ακροτάτης κορυφής Σάμου υληέσσης

Θρηικίης· ένθεν γάρ εφαίνετο πάσα μέν Ίδη

φαίνετο δε Πριάμοιο πόλις και νήες Αχαιών». (Ομήρου Ιλιάς, Ν, 11-14).

Οι Θεοί του Ολύμπου ήταν χωρισμένοι σε δύο παρατάξεις: σ’ αυτούς που ήταν υπέρ των Αχαιών και σ’ εκείνους που, όπως ο εθνικός θεός των Θρακών, ο Αρης, υποστήριζαν τους Τρώες –οι τελευταίοι είχαν συμμάχους και τους Θρακοφρύγες. Θα μπορούσε, λοιπόν, να θεωρηθεί τολμηρή μέν αλλά όχι αυθαίρετη η διατυπούμενη από πολλούς άποψη ότι ο Τρωϊκός Πόλεμος δεν ήταν παρά ένας εμφύλιος πόλεμος, κατά τον οποίο και τα δύο αντιμαχόμενα μέρη επιδείκνυαν την ίδια ευψυχία αλλά και την ίδια προσήλωση στο ήθος και στην πολεμική εντιμότητα – αρετές που, με ιστορική μοναδικότητα, χαρακτήριζαν το γένος των Ελλήνων. Είναι καταφανής ο πρωταγωνιστικός ρόλος που διαδραμάτισαν τα θρακικά φύλα στην διαμόρφωση της ελληνικής μυθολογίας. Οι αρχαίες μυθικές παραδόσεις ανάμεσα στους Θράκες και τους υπόλοιπους Έλληνες είναι αμφίδρομες και διαπλεκόμενες.

Η θρησκεία των αρχαίων Θρακών

Η θρησκεία των αρχαίων Θρακών θα μπορούσε ν’ αποτελέσει ένα από τα κεφάλαια της θρακικής μυθολογίας. Έτσι η Θράκη, που υπήρξε η κατεξοχήν δημιουργός του δικού της αρχαίου μύθου, φυσικό ήταν ν’ αναπτύξει και τις δικές της λατρευτικές ιδιαιτερότητες, στο βασικό πλαίσιο πάντοτε του ελληνικού δωδεκάθεου που είχε διαδοθεί ευρύτατα ανάμεσα στους Θράκες .

Πολλοί αρχαίοι θεοί έπαιρναν θρακικά ονόματα, που προέρχονταν είτε από την ιδιότητά τους, είτε από τοπωνύμια (ο Απόλλων, για παράδειγμα, ονομαζόταν και Βεργουλεινός, Αυταρκεινός, Ζηρίνθιος και Δορταζηνός).

Ο θεός Έβρος σε ψηφιδωτό δάπεδο στην Πλωτινόπολη.

Τα λατρευτικά θρακικά πρότυπα ήταν ολιγάριθμα, σε σύγκριση προς την πολυθεΐα των άλλων Ελλήνων. Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως αναθηματικές επιγραφές που μαρτυρούν την λατρεία του Δία και της Ήρας (πού λεγόταν και Ρησκινθίς) στην άνω κοιλάδα του Έβρου και ιδιαίτερως στην περιοχή της Φιλιππούπολης. Η λατρεία των δύο μεγάλων θεών έχει επισημανθεί και σε άλλες περιοχές της νότιας Θράκης, στην δε Κομοτηνή βρέθηκαν ανάλογες αναθηματικές επιγραφές. Στην βόρεια Θράκη βρέθηκαν και νομίσματα από την Μαρκιανούπολη, που μαρτυρούν την λατρεία των ίδιων θεών.

Ο Αρης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ο εθνικός θεός των Θρακών. Τον ονόμαζαν και Οδρύσιο και πίστευαν ότι η περιοχή τους ήταν το «προσφιλές ενδιαίτημά» του. Αλλωστε η Θράκη ονομαζόταν και Αρία, προς τιμήν του, αλλά και για να υποδηλωθεί το φιλοπόλεμο των λατρευτών του.

Μεγάλη διάδοση είχε και η λατρεία της Άρτεμης με την επωνυμία Βενδίς και του Ερμή, που τον λάτρευαν κυρίως οι βασιλείς –ορκίζονταν στο όνομά του και έλεγαν ότι κατάγονταν απ’ αυτόν. Στην Φιλιππούπολη και αλλού τελούσαν αγώνες προς τιμήν του θεού και γι’ αυτό τον αποκαλούσαν «Αγώνιο».

Η λατρεία του Απόλλωνα συνδυαζόταν με την τέλεση γυμνικών αγώνων, τόσο στις αγροτικές περιοχές όσο και στις μεγάλες πόλεις. Ήταν τα λεγόμενα Πύθια και Κενδρείσια. Στην ενδοχώρα λατρευόταν και ο Ασκληπιός.

Γνησιότατος, όμως Θρακιώτης θεός ήταν ο Διόνυσος, του οποίου η λατρεία γεννήθηκε μέσα στις πεδιάδες της Θράκης, για ν’ αποτελέσει, αργότερα, ένα από τα παλαιότερα μυστήρια της ελληνικής αρχαιότητας. Θεός του κρασιού, της ευφορίας και της γονιμότητας χάρισε στους ανθρώπους τον «κάλλιστον οίνον», τον επονομασθέντα και «χάρμα βροτοίσι» ή «Λύσιον», χάρη στις γευστικές, θεραπευτικές και λοιπές ιδιότητές του.

Οι Σαμοθράκες τελούσαν και αυτοί τα μυστήριά τους. Όμως, σε αντίθεση προς τους Ελευσίνιους και τους άλλους Έλληνες, είχαν το Ιερό των Μεγάλων Θεών ανοικτό και σε κάθε αμύητο επισκέπτη.

Οι θεοί της Σαμοθράκης αναφέρονται συχνότατα από αρχαίους συγγραφείς με το όνομα Κάβειροι. Ο όρος αυτός δεν εμφανίστηκε, μέχρι σήμερα, στις επιγραφές της Σαμοθράκης, όπου κυριαρχεί το όνομα Μεγάλοι Θεοί. Σε ένα μόνο γραπτό φιλολογικό κείμενο της ελληνιστικής περιόδου αναφέρονται τα ονόματα των Καβείρων (Αξίερος, Αξιόκερσα, Αξιόκερσος, Κασμίλος) που ίσως είναι τα μυστικά ονόματα των Μεγάλων Θεών και αντιστοιχούν στην Δήμητρα, την Περσεφόνη, τον Άδη και τον Ερμή.

Ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των μυστηρίων των Μεγάλων Θεών της Σαμοθράκης ήταν ότι σ’ αυτά μπορούσαν να μυηθούν όλοι, ακόμα και άνθρωποι ξένων εθνικοτήτων, ακόμα και δούλοι.

Οι Θράκες πίστευαν στην αθανασία, γι’ αυτό έκτιζαν τύμβους και τελούσαν επιτάφιους αγώνες. Η περιφρόνηση προς τον θάνατο ήταν από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά τους. Με αυτήν συνδέεται και η γενναιότητα που επιδείκνυαν στους πολέμους.

Ο Πομπώνιος Μέλας (βιβλ. Β΄, 18-20) σημειώνει ότι η αδιαφορία προς την ζωή οφειλόταν σε διάφορες δοξασίες. Αλλοι πίστευαν ότι οι ψυχές των νεκρών θα ξαναζήσουν, άλλοι ότι, κι αν δεν ξαναζήσουν, δεν θα εκμηδενιστούν, αλλά μεταβαίνουν σε καλύτερη ζωή και άλλοι, τέλος, ότι πεθαίνουν μέν, αλλά ο θάνατος είναι προτιμότερος από την ζωή.

Ο πολιτισμός των Θρακών

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τους Θράκες υπέρτερους και στον πολιτισμό. Ήταν οι πρώτοι διδάξαντες την λατρεία των Μουσών, την καλλιέργεια της γής, την οχύρωση των πόλεων, τους κανόνες της πολεμικής τέχνης, την κατασκευή έντεχνων όπλων κ.ά. Από την άλλη πλευρά, οι Θράκες ωφελήθηκαν από το αθηναϊκό μεγαλείο, από τον μυκηναϊκό πολιτισμό και από τα διδάγματα των κλασικών και των φιλοσόφων.

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η πολιτισμική προσφορά ανάμεσα στους Θράκες και τους υπόλοιπους Έλληνες υπήρξε αμφίδρομη.

Ο Θράκς μύστης Ορφέας.

Από τους μυθικούς ακόμα χρόνους είχαν αναδειχθεί στην Θράκη θρυλικοί μουσουργοί και ποιητές. Ο περίφημος Ορφέας δεν ήταν μόνο τραγουδιστής, ήταν και φιλόσοφος, καθώς και εισηγητής μυστηριακών τελετών, στις οποίες αποδίδεται και η σύσταση των ελευσίνιων μυστηρίων. Ο Οράτιος τον ονομάζει διερμηνέα των Θεών («Sacer interpresque Deorum»).

Σύμφωνα με τον Πίνδαρο, ο Ορφέας ήταν αοιδός ιερέας, μάντης και πατέρας όλων των αοιδών:

«Εξ Απόλλωνος δε φορμιγκτάς αοιδάς πατήρ

έμολεν ευκίνητος Ορφεύς» (Πύθια, Δ, 176).

Κατά την μυθική παράδοση, ο Ορφέας πήρε την επτάχορδη λύρα του Απόλλωνα, πρόσθεσε άλλες δύο χορδές και την έκανε εννιάχορδη. Με τη λύρα αυτή σαγήνευε τα άγρια θηρία, κινούσε πέτρες, έκανε τα ποτάμια να σταματούν τον ρού τους και τα δέντρα να κλίνουν τις κορυφές τους για ν’ ακούν την μελωδία του. Ο Ορφέας ήταν το σύμβολο της μουσικής καλλιέργειας και της ποίησης.

Τεράστια ήταν, επίσης, η πολιτισμική προσφορά του Μουσαίου και του Εύμολπου, γιού του Ποσειδώνα και της Χιόνης, που συντέλεσαν στην καθιέρωση των ελευσίνιων μυστηρίων, του Θάμυρη, περίφημου υμνωδού και ποιητή («Μούσαι αντόμεναι Θάμυριν τον Θράκα» – Ομήρου Ιλιάς, Β, 594-595), του Λίνου και άλλων. Λέγεται ότι στο Μουσαίο παρέδωσαν οι Μούσες την λύρα του Ορφέα.

Η αρπαγή της Ωρείθυας από τον Βορέα.

Για τον πολιτισμό των Θρακών σώζονται αναφορές του Ομήρου, του Ησίοδου, του Αρχίλοχου, του Τυρταίου, του Αλκαίου, του Πινδάρου, των μεγάλων τραγικών Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη, του Αριστοφάνη κ.ά. Ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης – γιός του Ολόρου, απογόνου του ομώνυμου Θράκα βασιλιά– και οι νεότεροι, Ξενοφών, Αρριανός και Στράβων, γνώρισαν την Θράκη και έγραψαν γι’ αυτήν.

Θρακιώτες ήταν ο Δημόκριτος, ερευνητής και εισηγητής της ατομικής θεωρίας, ο Λεύκιππος, φιλόσοφος και ατομικός ερευνητής, ο σοφιστής Πρωταγόρας, ο γιατρός Ηρόδικος, ο αγγειογράφος Βρύγος, ο Σπαρόδουκος, που έκοψε τα πρώτα θρακοελληνικά νομίσματα, ο φιλόσοφος Εκαταίος ο Αβδηρίτης, ο Ανακρέων, ο Σαμόθραξ Αρίσταρχος, ο Θράξ Διονύσιος, ο Ευμένης, ο Ιερώνυμος, ο αρχιγραμματέας του Μ. Αλεξάνδρου, Καρδιανός, ο εκδότης και βιβλιοθηκάριος της Αλεξάνδρειας, Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, ο μυθογράφος Αίσωπος και πολλοί άλλοι.

Ο Πρωταγόρας στο κέντρο μαζί με τον Δημόκριτο, Μουσείο Ερμιτάζ

Θρακιώτισσα ήταν και η μητέρα του Θεμιστοκλή, όπως επιγραμματικά αναφέρει ο Πλούταρχος:

Κόρη του βασιλιά της Θράκης Ολόρου, ήταν η Ηγησιπύλη, σύζυγος του Μιλτιάδη και μητέρα του Κίμωνα.

Αλλά και στην νεότερη εποχή σημαντική είναι η προσφορά των Θρακών στα ελληνικά γράμματα. Ενδεικτικά αναφέρονται ο ποιητής και ηθογράφος Γεώργιος Βιζυηνός (1848-1894), από την Βιζύη της Ανατολικής Θράκης (Ο Τελευταίος Παλαιολόγος, Το Αμάρτημα της Μητρός μου) καθώς και άλλοι αξιόλογοι άνθρωποι του πνεύματος, όπως οι Αριστοτέλης Κουρτίδης, Ιωσήφ Ραυτόπουλος, Θανάσης Κατραπάνης, Μυρτίλος Αποστολίδης, Ηρακλής Αποστολίδης, Νικόλαος Ποριώτης, Κώστας Βάρναλης, Κλέων Παράσχος, Αργης Κόρακας, Στίλπων Κυριακίδης, Κωνσταντίνος Θαλλίδης.

Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Στράβωνος (1, 3, 17) στην Θράκη, ως εστία πολιτισμού, ο οποίος μεταλαμπαδεύτηκε όχι μόνο στην λοιπή Ελλάδα αλλά και έως τα βάθη της Ασίας: «Οι τε επιμεληθέντες της αρχαίας μουσικής Θράκες λέγονται, Ορφεύς τε Μουσσαίος και Θάμυρις και τώ Ευμόλπω δε τούνομα ενθένδε και οι τώ Διονύσω την Ασίαν όλην καθιερώσαντες μέχρι της Ινδικής, εκείθεν και την πολλήν μουσικήν μεταφέρουσιν».

Ολόκληρος ο χώρος της αρχαίας Θράκης αποτελεί ενιαία πολιτισμική και ιστορική ενότητα, ενωμένη αδιαίρετα με τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Οι κοινές μυθικές παραδόσεις, τα πορίσματα των επιστημονικών ερευνών, οι αναδρομές στα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων και γενικά ο προϊστορικός και ιστορικός βίος των Θρακών, μαρτυρούν τις κοινές καταβολές, όσο και την κοινή ιστορική φυσιογνωμία τους με τα λοιπά ελληνικά φύλα: «Το όμαιμόν τε και ομόγλωσσον και ομόθρησκον και ομότροπον» (Ηρόδοτος Θ, 144).

Ιστορία

Ο μακρότατος ιστορικός βίος των Ελλήνων Θρηίκων θα μπορούσε να συνοψισθεί ως εξής: Ζωή και πολιτισμός του προϊστορικού ανθρώπου, αλληλεπίδραση με τον πολιτισμό των Αχαιών-Μυκηναίων, διαμόρφωση και διασπορά των θρακικών φύλων, κοινές καταβολές με τους λοιπούς Έλληνες, μυθολογία, το κράτος των Οδρυσών, η καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας, γραφής και τέχνης, η προσάρτηση στο κράτος του Φιλίππου και του Μ. Αλεξάνδρου, η συμμετοχή των Θρακών στην εκστρατεία του Μακεδόνα στρατηλάτη, Ρωμαϊκοί και Βυζαντινοί Χρόνοι, επιδρομές βαρβάρων, τουρκοκρατία, απελευθέρωση.

Δεν είναι γνωστό πότε ξεκίνησε η ζωή στον χώρο της Θράκης. Στην περιοχή Ορμενίου και Κριού, κοντά στον Έβρο, βρέθηκαν οστά ενός μαστόδοντος, που πρέπει να έζησε πριν από 3 έως 5 εκατομμύρια χρόνια.

Κοντά στους ποταμούς Αρδα και Μακροπόταμο βρέθηκαν λίθινα εργαλεία της παλαιολιθικής εποχής, ενώ σημαντικά ευρήματα της νεολιθικής εποχής αποκαλύφθηκαν στο νεολιθικό οικισμό Παραδαμής, που χρονολογούνται γύρω στην 6η χιλιετία π.Χ. Τα ευρήματα αυτά παρουσιάζουν ομοιότητες με εκείνα γειτονικών νεολιθικών οικισμών της Ανατολικής Μακεδονίας και της Ανατολικής Ρωμυλίας.

Αργότερα, την εποχή του χαλκού (Πρώϊμη, Μέση και Ύστερη), η Θράκη δέχεται την επίδραση μεγαλύτερων οικισμών, όπως του Βόρειου Αιγαίου, της Λέσβου, της Λήμνου και της Τροίας (3000 έως 1050 π.Χ.).

Γλώσσα και γραφή

Οι Θράκες ανήκουν, γενικά, όπως και οι κάτοικοι του ευρύτερου ελλαδικού χώρου, στην Ινδοευρωπαϊκή φυλή – ο όρος είναι, φυσικά, μεταγενέστερος. Στον Ινδο-ευρωπαϊκό γλωσσικό κορμό ανήκει και η θρακική γλώσσα, που ήταν συγγενής με την γενικότερη ελληνική γλώσσα, δεν υπάρχει, όμως, σε γραπτά κείμενα. Έχουν διασωθεί ελάχιστες επιγραφές στην θρακική γλώσσα με ελληνικούς χαρακτήρες, σημαντικότερη των οποίων είναι εκείνη του 5ου αιώνα π.Χ. πάνω σε δαχτυλίδι του Εζέροβο· πιθανός κάτοχός του, κατά μία από τις ερμηνείες της επιγραφής, φέρεται ο Ρολιστενέας του Νερενέα.

Ουσιαστικά, η ελληνική γλώσσα άρχισε να διαδίδεται στον χώρο της Θράκης με τον ελληνικό αποικισμό, τις οικονομικές και πολιτισμικές ανταλλαγές, αλλά και από τις επιγαμίες που ήταν συχνότατες. Στους Αλεξανδρινούς χρόνους η ελληνική γλώσσα είχε διαδοθεί σε όλη την Θράκη, υπάρχουν δε επιγραφές που μαρτυρούν ότι επί Ρωμαϊκής περιόδου είχε επικρατήσει έως την οροσειρά του Αίμου.

Αποικισμός

Οι οικιστές των ελληνικών αποικιών της Θράκης ήταν, συνήθως, πρόσωπα που στέλνονταν από την μητρόπολη και αποτελούσαν τους κρίκους συνοχής με τις αποικίες. Συχνά, ο οικιστής ετιμάτο ως ήρωας και λατρευόταν ως ημίθεος. (Ηρόδοτος VI, 34-39). Ως τέτοιοι οικιστές αναφέρονται ο Μιλτιάδης, «ο την Χερρόνησον κτίσας», ο Αγνων ο Αθηναίος, που ίδρυσε την Αμφίπολη, ο Βρασίδας, που θυσίασε την ζωή του για την Αμφίπολη και ο μυθικός οικιστής του Βυζαντίου, ο Βύζας. Ο αποικισμός της Θράκης άρχισε από τον 7ο αιώνα π.Χ. με την ίδρυση αποικιών στα θρακικά παράλια. Μερικές από τις πόλεις που ιδρύθηκαν παρουσίασαν μεγάλη οικονομική και πολιτισμική ακμή, όπως μαρτυρούν τα ανασκαφικά ευρήματα στα Αβδηρα, την Μαρώνεια και την Μεσημβρία. Αλλες αποικίες παρέμειναν πολίσματα ή εμπορικοί σταθμοί.

Οι Οδρύσαι

Σημαντικό γεγονός στην ιστορία της Θράκης αποτελεί η ίδρυση του Κράτους των Οδρυσσών, μετά τους περσικούς πολέμους (480-460 π.Χ.). Κατά τον Ηρόδοτο (IV, 92) οι Οδρύσσαι κατοικούσαν εκατέρωθεν των παραποτάμων του Έβρου, Αρτισκού (σημερινού Τούνζα) και Εργίνου. Ο Στράβων (VII, 331, 48) αναφέρει ότι Οδρύσσαι καλούνταν οι ανήκοντες στην μεγάλη θρακική φυλή, που κατοικούσε από τον ποταμό Έβρο και την πόλη των Κυψέλων έως την Οδησσό. Ήταν άριστοι ιππείς και πολεμικότατοι. Βασιλείς τους υπήρξαν ο Τήρης, ο Σιτάλκης, ο Αμάδοκος, ο Κερσοβλέπτης, ο Βηρινάδης, ο Σεύθης, ο Κότυς κ.ά.

Ιδρυτής του κράτους των Οδρυσσών ήταν ο Τήρης και διάδοχός του ο γιός του, Σιτάλκης. Μεγάλη πρόοδο γνώρισε το κράτος στα χρόνια του Σεύθη Α΄ (424-415 π.Χ.). Ο Θουκυδίδης αναφέρει σχετικά: «Ώστε επί μέγα η βασιλεία ήλθεν ισχύος». Πρωτεύουσες του κράτους των Οδρυσσών ήταν, σε διάφορες χρονικές περιόδους, η Ουσκουμάδα (σημερινή Αδριανούπολη), τα Κύψελα (Ύψαλα) και η Βιζύη.

Όταν ο Φίλιππος ο Μακεδών έφθασε, σταδιακά, στα Αβδηρα, στην Μαρώνεια, στην Αίνο, στην Πέρινθο, στο Βυζάντιο και στις άλλες πόλεις, κατάφερε, εκστρατεύοντας και κατά των Σκυθών, να εδραιώσει την εξουσία του σε όλη την Θράκη.

Με την μακεδονική κυριαρχία, ο ελληνικός πολιτισμός συνεχίζει ν’ απλώνεται σε όλη την περιοχή, πράγμα που οι Θράκες δέχτηκαν με ενθουσιασμό: έδωσαν ελληνικά ονόματα στα παιδιά τους, στις πόλεις και στα χωριά τους και, κυρίως χρησιμοποιούσαν, πλέον την ελληνική γλώσσα.

Ο βασιλιάς των Οδρυσσών Σιτάλκης (455-424 π.Χ.), ο γιός του Τήρη, έλαβε μέρος, όπως και άλλοι Θράκες, στην εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου, με ιππικό, πελταστές και στρατιώτες φέροντες ελαφρύ οπλισμό. Μετά τον θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη, ο Λυσίμαχος έκτισε την νέα πρωτεύουσα του κράτους, την Λυσιμάχεια (309 π.Χ.).

Αργότερα, το 280 π.Χ., η Θράκη, όπως και η Μακεδονία, δοκιμάστηκε από τις επιδρομές των Γαλατών, που κατάφεραν, το 273 π.Χ., να δημιουργήσουν εκεί δικό τους κράτος, με πρωτεύουσα την Τύλη.

Η κατάκτηση της Θράκης από τους Ρωμαίους

Στα χρόνια του Κότυ Β΄, οι Ρωμαίοι επέβαλαν την επικυριαρχία τους στην περιοχή. Κατά την δεύτερη δεκαετία μ.Χ., όταν ο βασιλιάς ήταν ο Κότυς Δ΄, τα ελληνικά γράμματα και οι τέχνες γνώρισαν μεγάλη άνθηση, στην Βιζύη δε, όπου ήταν η αυλή του, συγκεντρώνονταν λόγιοι, ζωγράφοι, μουσικοί, ρήτορες και επιστήμονες.

Η Θράκη κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους το 46 μ.Χ., την χρονιά που ο τελευταίος βασιλιάς της Θράκης, ο Ροιμητάλκης Γ΄ -στον οποίον είχε δώσει τον θρόνο, το 38 μ.Χ., ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Καλιγούλας- δολοφονήθηκε από την σύζυγό του. Κατά την ρωμαιοκρατία ολοκληρώθηκε η επικράτηση της ελληνικής γλώσσας και παιδείας.

Με την δημιουργία του Βυζαντινού Κράτους, η Θράκη επανακτά τον αρχαίο γεωγραφικό χαρακτήρα της και καθίσταται μαζί με την Μικρά Ασία κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η γη του Βοσπόρου θα παραμείνει επί δεκαπέντε αιώνες το κέντρο του βυζαντινού και μεταβυζαντινού πολιτισμού.

Η Θράκη, εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης -Πύλη Ανατολής και Δύσης- θα κληθεί να αναλάβει τον ρόλο της ως η ζωντανή ασπίδα, που θα περιβάλλει και θα προστατεύει την καρδιά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Θα κρατήσει τον ιστορικό αυτό ρόλο της, με τίμημα τεράστιες καταστροφές και δηώσεις. Γίνεται πεδίο συγκρούσεων, καθώς βαρβαρικά φύλα κατευθύνονται προς τις μεγάλες πόλεις. Η Αδριανούπολη, η Φιλιππούπολη, η Αίνος, πρωτεύουσες θρακικών επαρχιών, υφίστανται τις επιδρομές των βαρβάρων.

Παρ’ όλα, αυτά οι επιδρομές των Ούννων, των Βουλγάρων, των Αβάρων και άλλων λαών δεν κατάφεραν να αλλοτριώσουν ή να αλλοιώσουν την εθνική προσωπικότητα και την εθνική αυτογνωσία του θρακικού λαού.

Με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και την διανομή των θρακικών περιοχών ανάμεσα στο Βαλδουΐνο και τους Ενετούς, δημιουργήθηκε, για την Θράκη καθεστώς αφόρητης κατοχής και καταπίεσης. Ακόμα και μετά την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης (1261), η Καλλίπολη, η Πέρινθος και τα παράλια της Προποντίδας υφίστανται δραματικές καταστροφές από τους Καταλανούς.

Οι λεηλασίες της Θράκης από τα μισθοφορικά στρατεύματα

Η εμπλοκή μισθοφορικών στρατευμάτων (Καταλανοί, Αραγώνιοι, Αλμογάβαροι) έγινε επί Ανδρονίκου Β΄ του Παλαιολόγου (1283-1328), ο οποίος κατέφυγε στον αρχηγό των Καταλανών Ρογήρον τον Ανθηρόν (Roger de flor) και ζήτησε την βοήθειά του, προκειμένου ν’ αντιμετωπίσει την από Μ. Ασίας οθωμανική απειλή. Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 1302 φθάνει στην Κωνσταντινούπολη ο Ρογήρος με 36 πλοία και 6.000 άνδρες. Ο Ανδρόνικος τον υποδέχθηκε με τιμές και τον αναγόρευσε Μεγάλο Δούκα και Αρχιναύαρχο του Βασιλικού Οίκου, δίνοντάς του, μάλιστα, ως σύζυγο, την εγγονή του Μαρία. Αργότερα έφθασαν και άλλοι αρχηγοί μισθοφόρων (ο Βερεγγάριος Ροκοφόρτε με 200 ιππείς και 1.000 πεζούς και ο Βερεγγάριος Εντέζα με 9 πλοία και 1.000 Αλμογαβάρους), τους οποίους υποδέχτηκε με τιμές ο αυτοκράτορας.

Ενώ οι Οθωμανοί επιχειρούσαν για δεύτερη φορά πολιορκία της Φιλαδελφείας, το 1305, οι ηγεμόνες των μισθοφορικών στρατευμάτων άρχισαν να συμπλέκονται μεταξύ τους. Ο Ρογήρος και 3.000 ιππείς του σκοτώθηκαν από τους Αλανούς στην περιοχή της Αδριανούπολης. Με αφορμή την εξόντωση του αρχηγού τους, οι Καταλανοί κατέσφαξαν σχεδόν όλους τους κατοίκους της Καλλίπολης και, λίγο αργότερα, της Περίνθου.

Οι Καταλανοί κινούνται ελεύθερα σε όλη την Θράκη, σφάζοντας και λεηλατώντας. Σε μία μόνο επιδρομή κατακρεούργησαν περίπου 5.000 γυναικόπαιδα, στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης. Η Καλλίπολη είχε μεταβληθεί σε κέντρο δουλεμπορίου, όπου οι Οθωμανοί της Μικράς Ασίας αγόραζαν σκλάβους σε χαμηλές τιμές.

Η κατάσταση αυτή κράτησε περισσότερο από δύο χρόνια (1305-1307). Οι ληστρικές συμμορίες συγκρούονταν διαρκώς μεταξύ τους, και αφού εξάντλησαν όλες τις πηγές ανεφοδιασμού τους σε τρόφιμα, αναγκάστηκαν, πιεζόμενες και από τον στρατό του Βυζαντίου, να κατέβουν στην Θεσσαλία. Από εκεί ορμώμενοι οι Καταλανοί κατευθύνθηκαν προς το Δουκάτο των Αθηνών. Ήδη, όμως, στον θρακικό ορίζοντα αρχίζει να εμφανίζεται ο Οθωμανός Τούρκος.

Η κατάκτηση της Θράκης από τους Τούρκους

Η κεντρική είσοδος του τεμένους Βαγιαζήτ στο Διδυμότειχο με το χαρακτηριστικό υπέρθυρο.

Η αρχή της οθωμανικής κατοχής στην Θράκη σηματοδοτείται από την κατάληψη της Καλλίπολης από τον σουλτάνο Ορχάν, το 1357. Οι πρώτες θρακικές πόλεις που υφίστανται την θηριωδία του κατακτητή είναι οι Αιγός Ποταμοί, ο Πύργος, το Διδυμότειχο και, αργότερα, η Αδριανούπολη. Η χριστιανική αυτή πολιτεία με τις 15 περίλαμπρες εκκλησίες γίνεται πεδίο σφαγών και δηώσεων, ενώ το 1365 ανακηρύσσεται πρωτεύουσα του οθωμανικού ευρωπαϊκού κράτους.

Η «επόμενη μέρα» της οθωμανικής κατοχής βρίσκει τις περισσότερες περιοχές της Θράκης κατεστραμμένες και ερημωμένες. Ιδιαίτερα με την πτώση της Αδριανούπολης, η Θράκη παραδίδεται στην βαρβαρότητα των Οθωμανών. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξαναγκάζεται σε μετοικεσία, μνημεία και μοναστήρια καταστρέφονται, Έλληνες σφαγιάζονται, ιεροί ορθόδοξοι ναοί μεταβάλλονται σε τζαμιά, παιδιά Ελλήνων απάγονται, με την μέθοδο του παιδομαζώματος, για να μεταβληθούν σε γενίτσαρους πολέμιους της ίδιας τους της πατρίδας.

Η Αδριανούπολη γίνεται κέντρο εκπαίδευσης Χριστιανοπαίδων, που είχαν απαχθεί και μεταφερθεί εκεί προκειμένου να εξισλαμιστούν. Ταυτόχρονα αρχίζει και ο εποικισμός μουσουλμανικών πληθυσμών από την Μικρά Ασία στον χώρο της Θράκης, που συνοδεύεται από τον εκτοπισμό χιλιάδων Ελλήνων της περιοχής.

Οι υπόδουλοι Θράκες διατήρησαν αναλλοίωτη και αναπαλλοτρίωτη την εθνική τους συνείδηση και με τους θρύλους, τα τραγούδια, τις προφητείες και τις παραδόσεις τους ζωντάνευαν, μέσα στην ψυχή τους, το βυζαντινό μεγαλείο. («Η Ρωμανία κι αν επέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο», Δημοτικό του Πόντου). Στηρίγματα του υπόδουλου θρακικού λαού υπήρξαν η Ορθόδοξη Εκκλησία, η ελληνική παράδοση, η πολιτισμική κληρονομιά, η πολιτική οργάνωση σε Δημογεροντία, η οικονομική οργάνωση σε συντεχνίες («εσνάφια»), η παιδεία και η φιλεκπαιδευτική δραστηριότητα, η Φιλική Εταιρεία και η συμπαράταξη ολοκλήρου του Έθνους.

Η δραστηριότητα των «εσναφίων» και των φιλεκπαιδευτικών συλλόγων

Ο Ελληνισμός της Θράκης, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, όταν άρχισε να γίνεται εμφανής η αποδυνάμωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατάφερε, παρά τις εγγενείς αντιξοότητες, ν’ αναπτύξει αξιόλογη συνδικαλιστική δραστηριότητα. Ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις, οι συντεχνιακές ενώσεις, με την οργάνωσή τους, με την καταγραφή των μελών τους σε κατάστιχα, με σφραγίδες, με σύμβολα, αλλά και με προστάτες αγίους, με την διοίκηση και λειτουργία τους, απέκτησαν αξιοσημείωτη ισχύ.

Ενδεικτικά αναφέρονται οι ενώσεις των γουναράδων, των παντοπωλών, των μυλωνάδων, των ραπτών, των ξυλεμπόρων, των τσαγκάρηδων, των κτηνοτρόφων, των μεταξουργών, των μπασμπατζήδων, των κεραμιτζήδων, των ναυτικών, των αγγειοπλαστών, των γεωργών, των πεταλωτών, των ψαράδων, των βαφέων, των κτιστών, των χρυσοχόων (σαράφηδων) και πολλών άλλων ενώσεων, που υπερβαίνουν κατά πολύ τις εκατό.

Ο καθηγητής της Νεοελληνικής Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, στο βιβλίο «Θράκη», 1994, σσ. 218, 219, της Γενικής Γραμματείας Περιφερείας Ανατ. Μακεδονίας-Θράκης, γράφει:

«Οι Έλληνες και γενικότερα το χριστιανικό στοιχείο της Φιλιππουπόλεως συγκροτούσε πολυάριθμα εσνάφια. Τα αρχαιότερα και πολυπληθέστερα θεωρούνται οι τέκτονες (δουλγέρηδες) και οι αμπατζήδες, κατασκευαστές χονδρών μάλλινων υφασμάτων».

Η συντεχνιακή δραστηριότητα αποτέλεσε, ασφαλώς, το στήριγμα για την επιβίωση του ελληνικού στοιχείου στην υπόδουλη Θράκη, αλλά και το υπόβαθρο για την ανάπτυξη «συνομωτικής» αντιστασιακής δράσης κατά της οθωμανικής κατοχής.

Επίσης ο υπόδουλος Ελληνισμός της Θράκης δεν παρέλειψε να αγωνίζεται και για την διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς του, κάτω από συνθήκες ιδιαίτερα αντίξοες. Αξιοσημείωτη υπήρξε η φιλεκπαιδευτική δραστηριότητα που αναπτυσσόταν, συνεχώς σε όλο τον κατεχόμενο χώρο, κυρίως μετά την λήξη του κριμαϊκού πολέμου (1853-1856), την κρητική εξέγερση (1866-1869) και την ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας (1870).

Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος σημειώνει στο ίδιο βιβλίο, σελ. 248:

«Καταλυτικό ρόλο διαδραμάτισαν κυρίως οι δύο μεγάλοι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, ο “Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως” (1861) και ο “Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων” (1869), το έργο του οποίου θα συνεχίσει, μετά το 1886, η “Επιτροπή προς ενίσχυσιν της Ελληνικής Εκκλησίας και Παιδείας”». Οι σύλλογοι αυτοί συνέβαλαν υλικά και ηθικά στην αναγεννητική αυτή προσπάθεια του υπόδουλου Ελληνισμού με την ίδρυση σχολείων, την έκδοση διδακτικών εγχειριδίων και βιβλίων, την χορήγηση υποτροφιών, την κατάρτιση εκπαιδευτικών προγραμμάτων, καθώς και την επιλογή και τον διορισμό διδακτικού προσωπικού …».

Σύμφωνα με πίνακα καταχωριμένο σε βιβλίο του Γ. Χασιώτη, που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1882, στην Θράκη -συμπεριλαμβανομένης και της Κωνσταντινούπολης- λειτουργούσαν 385 Δημοτικά Σχολεία και 81 Σχολές Μέσης Εκπαίδευσης. Δίδασκαν 626 καθηγητές και φοιτούσαν 29.428 μαθητές.

Η φιλεκπαιδευτική αυτή δραστηριότητα αναπτυσσόταν με την φροντίδα των ελληνικών κοινοτήτων, ενισχυόμενη σημαντικά από τους Θράκες εθνικούς ευεργέτες, η συμβολή των οποίων υπήρξε αποφασιστική και καθοριστική.

Οι Έλληνες της Θράκης, παράλληλα με τους φιλεκπαιδευτικούς συλλόγους, ίδρυαν και αθλητικά σωματεία, μουσικούς συλλόγους, φιλανθρωπικά ιδρύματα (νοσοκομεία, ορφανοτροφεία), λέσχες και βιβλιοθήκες. Με την φιλεκπαιδευτική και, γενικότερα, με την πολιτισμική τους δραστηριότητα οι Θράκες έθεταν τα θεμέλια της πνευματικής αναγέννησης, όχι μόνο του υπόδουλου, αλλά και του απελευθερωνόμενου Ελληνισμού.

Η συμμετοχή των Θρακών στην Ελληνική Επανάσταση

Η συμμετοχή των Θρακών τόσο στις προπαρασκευαστικές δραστηριότητες για την Ελληνική Επανάσταση του 1821, όσο και κατά την εθνεγερσία, υπήρξε καθοριστική και αποφασιστική. Τα κατά τόπους παραρτήματα της Φιλικής Εταιρείας, και ιδιαίτερα εκείνο της Αδριανούπολης, ανέπτυξαν σημαντική δράση. Ο Αντ. Κομιζόπουλος, από την Φιλιππούπολη, είχε μυηθεί ως τέταρτο μέλος της Φιλικής Εταιρείας, μετά τους Εμμ. Ξάνθο, Νικ. Σκουφά και Αθ. Τσακάλωφ.

Επαναστατικές εστίες είχαν δημιουργηθεί σχεδόν παντού και πολλοί Θράκες είχαν καταταγεί στον ιερό λόχο του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Όχι λίγοι έπεσαν στο Δραγατσάνι, όπου τραυματίστηκε και ο Γεώργιος Παπάς ή Κούρτογλου. Ο Θρακιώτης ήρωας, παρά τον τραυματισμό του, συνέχισε την επαναστατική δράση του, όπως και ο Θανάσης Μπελιάς ή Καραμπελιάς.

Ο μητροπολίτης Σωζοπόλεως Παΐσιος Πρικαίος και ο αδελφός του Δημήτριος Βάρης ξεσήκωσαν τον λαό στην Σωζόπολη, τον Απρίλιο του 1821, και προέβαλαν ισχυρή αντίσταση στους κατακτητές, που την έπνιξαν στο αίμα. Τον ίδιο μήνα οι Οθωμανοί αποκεφάλισαν 26 προκρίτους στην Αδριανούπολη και τον Αδριανουπολίτη Πατριάρχη Κύριλλο ΣΤ΄.

Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου απαγχόνισαν τους μητροπολίτες: Αδριανουπόλεως Δωρόθεο, Δέρκων Γρηγόριο, Μυριοφύτου Νεόφυτο, Αγχιάλου Ευγένιο, Μεσημβρίας Ιωσήφ και πολλούς άλλους κληρικούς, προκρίτους και απλούς Θρακιώτες.

Σημαντική αντίσταση εκδηλώθηκε την άνοιξη του 1821 και στην Αίνο, που έμεινε για αρκετές μέρες στα χέρια των Ελλήνων. Στην επιχείρηση έλαβε μέρος και ναυτική μοίρα που βομβάρδισε τα οχυρά. Με θάρρος και αυταπάρνηση πολέμησαν στην θάλασσα ο καπετάνιος Χατζή Αντώνιος Βισβίζης και η σύζυγός του Δόμνα, που κυβερνούσαν το μπρίκι τους «Καλομοίρα».

Η ηρωϊκή γυναίκα, γνωστή και ως δεύτερη Μπουμπουλίνα, διακρίθηκε σε πολλές μάχες και ναυμαχίες. Μαζί με το θρυλικό ζευγάρι μάχονταν και τα 5 παιδιά τους, καθώς και 140 ναύτες. Στις ναυτικές επιχειρήσεις έλαβαν μέρος και πολλοί άλλοι Θράκες, όπως ο Χατζή Φραντζής και η οικογένειά του, οι Κομνηνός Τέρογλου, Αργυρίου κ.ά.

Τους κατακτητές αιφνιδίασαν και οι Σαμοθρακίτες, που πλήρωσαν με το αίμα τους την αγάπη τους προς την ελευθερία: οι Τούρκοι, τον Σεπτέμβριο του 1821, εκδικούμενοι, κατέσφαξαν 700 άνδρες και εξανδραπόδισαν εκατοντάδες γυναικόπαιδα.

Η Θράκη, παραμένοντας υπόδουλη και μετά την απελευθέρωση των άλλων ελληνικών περιοχών (1830), αποδυόταν συνεχώς σε ηρωϊκούς αγώνες εναντίον των Τούρκων κατακτητών και των Βουλγάρων επιδρομέων, με σκοπό την ενσωμάτωσή της στον εθνικό κορμό. Τα βουλγαρικά κομιτάτα, που δρούσαν με την ανοχή των Τούρκων στην ελληνική Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία και την Μακεδονία, αποτελούσαν πηγή δεινών για τους Έλληνες κατοίκους των περιοχών αυτών.

Οι διώξεις των Θρακών από την Βουλγαρική Εξαρχία

Ο Ελληνισμός της Θράκης θα υποστεί απηνείς διώξεις και από τους Βουλγάρους που, επωφελούμενοι των συγκυριών που επικρατούσαν στην ευρύτερη περιοχή, θα προσπαθήσουν να εδραιώσουν την παρουσία τους με την ίδρυση, υπό την κάλυψη του σουλτάνου, της βουλγαρικής Εξαρχίας με έδρα την Κωνσταντινούπολη, το 1870.

Οι ανθελληνικοί διωγμοί στην Αγχίαλο το 1906, η εισβολή στο Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη) τον Οκτώβριο του 1913, οι λεηλασίες στην Κομοτηνή, στην Ξάνθη, στο Σουφλί και αλλού, οι καταλήψεις ελληνικών εκκλησιών και οι βιοπραγίες εναντίον ιερέων και άλλων κατοίκων όταν, το 1915, το έως τότε τουρκοκρατούμενο Διδυμότειχο πέρασε στην βουλγαρική κατοχή, ο βίαιος εκβουλγαρισμός των Πομάκων και ο εκτοπισμός πολιτών, αποτελούσαν χαρακτηριστικά παραδείγματα ενταγμένα στον ευρύ κύκλο των ιστορικών γεγονότων που έχουν καταγραφεί στην μνήμη των πληθυσμών της περιοχής.

Τουρκικοί διωγμοί σε βάρος των Θρακών

Οι τουρκικοί διωγμοί σε βάρος των υπόδουλων Θρακών συνεχίζονται έως και το 1920, με προφανή επιδίωξη την συρρίκνωση του ελληνικού στοιχείου. Δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι, και κατά την περίοδο αυτή, ο σφαγιασμός, ο εξανδραποδισμός και ο εκτοπισμός εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων της Θράκης, συνθέτουν την εικόνα μιάς νέας γενοκτονίας παράλληλης με εκείνες των Αρμενίων, των Ποντίων και, αργότερα, των Μικρασιατών.

Ενδεικτικά παρατίθενται ονομασίες χωριών και περιοχών της Θράκης, όπου οι Τούρκοι επιδόθηκαν σε σφαγές Ελλήνων: Γκλιστρίτσα, Γραβούνα, Μαύρες, Βαϊραμίτσιο, Κρινιώ, Καλύβια, Μάλγαρα, Καστρίτσα, Δερβενάκι, Αϊβαλί, Ελευθερές, Κεσσάνη, Σαμμόκοβο, Γένη, Καλλίπολη, Ραιδεστός, Σαράντα Εκκλησιές, Ηράκλεια, Μακρά Γέφυρα, Σκοπό, Αίνος, Σαμοθράκη και αλλού.

Πολλές χιλιάδες Ελλήνων της Θράκης στάλθηκαν σε μακρινές εξαντλητικές πορείες στα βάθη της Μικράς Ασίας ή κατατάχθηκαν στα λεγόμενα τάγματα εργασίας («αμελέ ταμπουρού»), που χαρακτηρίζονται «κατακόμβες ανθρώπινου υλικού». Με τον τρόπο αυτόν οι Θράκες οδηγούνται σε βέβαιο θάνατο, ώστε να δημευθούν οι περιουσίες τους και να αλλοιωθεί η εθνολογική σύνθεση των περιοχών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, κατά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν τους Θράκες ως ανθρώπινα τείχη μπροστά από τα στρατεύματά τους, λέγοντας ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν «τροφή για κανόνια». Το ίδιο έκαναν και κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε που πολεμούσαν στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων και εναντίον των συμμάχων: έστελναν Έλληνες της Θράκης στην χερσόνησο Καλλίπολης και από εκεί στις γραμμές Αναφάρτας, όπου θερίζονταν από τα συμμαχικά πυροβόλα. Εξοντώθηκαν έτσι χιλιάδες Θράκες.

Η απελευθέρωση της Θράκης

Υπολοχαγός Ευάγγελος Νεστορίδης, γεννήθηκε στο ΔΙδυμότειχο το 1889 και εισήλθε πρώτος απελευθερωτής του το 1920.

Στην Θράκη ανήκει το δραματικό «προνόμιο» της μακρότερης σε διάρκεια κατοχής: κράτησε πεντέμισι αιώνες. Απελευθερώθηκε το 1920, χάρη στα ελληνικά όπλα, αφού ένα χρόνο πριν, το 1919, με την Συνθήκη του Νεϊγύ είχαν ρυθμιστεί και θέματα αναφερόμενα στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Με την Συνθήκη των Σεβρών, το 1920, ξαναγεννήθηκε η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Όμως η Συνθήκη αυτή δεν έμελλε να κρατήσει. Μετά την τραγική κατάληξη της μικρασιατικής εκστρατείας, συνομολογήθηκε, το 1923, η Συνθήκη της Λωζάνης, που καθόριζε, μεταξύ άλλων, και τα ελληνοτουρκικά σύνορα στην περιοχή.

Τελικά, ο θρακικός χώρος (περίπου 75.000 τετρ. χλμ.) τριχοτομήθηκε και διαιρέθηκε στην Βόρεια Θράκη, γνωστή και ως Ανατολική Ρωμυλία (42.259 τετρ. χλμ.), που αποτελεί τμήμα της Βουλγαρίας, στην Ανατολική Θράκη (24.378 χλμ.), που αποτελεί τμήμα της Τουρκίας και στο μικρότερο κομμάτι της, την Δυτική Θράκη, με έκταση 8.586 τετρ. χλμ., βορειοανατολικό τμήμα της ελληνικής επικράτειας.

Το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης, με διοικητή τον υποστράτηγο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη, αναλαμβάνει, στις 11 Απριλίου 1920, μετά την αποχώρηση των γαλλικών στρατευμάτων, την απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης. Η Ημερήσια Διαταγή που κοινοποιήθηκε στα στρατεύματα κατά την έναρξη των επιχειρήσεων κατέληγε: «…Ταχύνετε το βήμα προς το ιδανικόν τέρμα, όπου σας αναμένουν πέντε αιώνων πόθοι και ελπίδες και απαρασάλευτος εθνική πίστις».

Facebooktwitter
Facebooktwitter

Copyright © 2016 http://kastropolites.com/. All Rights Reserved

Facebooktwitter